βαρεμάρα

Βαριέμαι… Βαριέμαι τον εαυτό μου, την δουλειά μου, τον βλάκα γκόμενό μου, την ζωή μου ολόκληρη. Δεν ξέρω πως έπεσα σε μια τέτοια φρικτή διάθεση. Ήμουν τόσο δραστήρια πάντοτε. Αυτές τις μέρες δεν βρίσκω νόημα να κάνω ούτε ένα πράγμα. Τίποτε δεν με ευχαριστεί. Κινητοποιώ τον εαυτό μου με καταπιεστικά «πρέπει», εκτελώ τις εργασίες μου απρόθυμα σαν ρομπότ, μπαίνω στο λεωφορείο, πάω στην δουλειά, διασχίζω όλη την πόλη χωρίς ίχνος χαράς και ευχαρίστησης, σαν κουρδισμένο άψυχο κορμί, περιμένοντας να τελειώσουν όλα αυτά και να φτάσω ξανά σπίτι, για να μη κάνω τίποτε, για να κοιτάζω το ταβάνι για ώρες… Ο Θανάσης κάτι έχει καταλάβει: «τι έχεις ρε αγάπη μου;» πόσες φορές με έχει ρωτήσει, «τίποτε, θα μου περάσει» άλλες τόσες του έχω απαντήσει… αλλά δε περνάει…

Δεν είμαι ακριβώς θλιμμένη όσο εντελώς και υπαρξιακά βαρεμένη. Το κακό είναι ότι ακόμη και ασχολίες που μου άρεσει πολύ να κάνω, όπως το να παίζω πιάνο ή να διαβάζω κάποιο βιβλίο, μου φαίνονται τόσο ανιαρές και αδιάφορες, τόσο ανούσιες και χωρίς ίχνος απόλαυσης. Σήμερα το απόγευμα όμως βάζοντας ένα ακόμα πρέπει, κινητοποίησα τον εαυτό μου και βγήκα μια βόλτα μετά την δουλειά. Σκοπός να αγοράσω ένα ωραίο βιβλίο και να αρχίσω -γιατί τρώγοντας ως γνωστό έρχεται η όρεξη που λένε- να ξαναδιαβάζω, έστω και αν στην αρχή μου φαίνεται άχαρο και αδιάφορο… Η διάθεσή μου, μου επέβαλε να μη πάω σε μεγάλο βιβλιοπωλείο, οπότε και κατευθύνθηκα προς κάτι παλαιοβιβλιοπωλεία εκεί πιο κάτω από την δουλειά μου στο κέντρο. Σε ένα μαγαζί που ενώ έχω περάσει άπειρες φορές αλλά ποτέ δεν είχα παρατηρήσει, άρχισα να χαζεύω τα βιβλία. Όχι πολύ ενδιαφέρον στην αρχή…

Δεν ξέρω αν πιστεύετε στην μοίρα, πάντως μερικές φορές, ιστορίες όπως αυτή που μου συνέβη εμπνέουν την πεποίθηση ότι υπάρχει αυτό που αποκαλούμε πεπρωμένο. Μια απρόσεκτη κίνηση μου και μερικά βιβλία από έναν πάκο εκεί πιο δίπλα στο μικρόχωρο μαγαζάκι κατρακυλούν. Το βιβλίο που κρατάω τώρα στα χέρια μου, ανάμεσα σε αυτά, ήταν σαν να ήθελε να ανακαλυφθεί, αμέσως μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Τρεις ατάκες διάβασα έτσι τυχαία και αμέσως το έκλεισα ανατριχιάζοντας… φαίνονταν πολύ καλό.

Όταν έφτασα σπίτι, με το καινούριο ανάγνωσμά μου στην τσάντα, άλλαξα τα ρούχα μου γρήγορα, έβαλα μια απαλή μουσική να παίζει και την έπεσα σούμπιτη στον καναπέ. Άνοιξα, σχεδόν τελετουργικά το εξώφυλλο και διάβασα τις πρώτες αράδες… Μακάρι να ήξερα ποια ήταν η συγγραφέας, το πιθανότερο όμως κάποια ασήμαντη μάλλον που έγραφε με ψευδώνυμο. Δεν θέλησα να το ψάξω στο ίντερνετ αν και ήμουν σίγουρη ότι δεν θα κατάφερνα να βρω τίποτε. Ούτε καν τον εκδότη δεν γράφει, μα πως;… κοιτώντας πιο προσεκτικά, παρατήρησα ότι λείπουν οι πρώτες σελίδες, σαν κάποιος να τις είχε σκίσει. Ίσως να κουβαλούσαν μια αφιέρωση ενός προσώπου που δεν θα ήθελε να θυμάται… Πάντως δεν ήταν και πολύ παλιά η γραφή. Πάντα όταν πιάνω ένα παλιό μεταχειρισμένο βιβλίο προσπαθώ να φανταστώ την πορεία του μέχρι που να φτάσει στα χέρια μου. Ποιος να το είχε δηλαδή πριν εμένα. Σε ποιες στιγμές της ζωής του το διάβαζε, ποιες ήταν οι σχέσεις του και τι ένιωθε όταν διάβαζε αυτές τις ίδιες γραμμές που θα διαβάζω εγώ τώρα;…

Το κείμενο ξεκινούσε κάπως εξής:

Αναγνώστρια

             Μερικές φορές η σιωπή είναι τόσο ανυπόφορα ανίκητη που όσο δυνατές και αν είναι οι κραυγές σου ποτέ δεν γίνεται να τη διαπεράσεις. Όταν οι λέξεις στον αγώνα τους να ανασύρουν τα συναισθήματα και τις σκέψεις σου, βυθισμένα βαθιά ναυαγισμένα πλοία, βγαίνουν ξέπνοες στον αέρα χωρίς να κάνουν κρότο. Tότε είναι που πρέπει να σταματήσεις να προσπαθείς. Να παρατήσεις να λαχανιάζεις μάταια και να κάνεις ησυχία για να ακούσεις. Άκου, είναι οι αναπνοές τους. «Χαίρε Καίσαρα, Οι μελλοθάνατες στιγμές σε χαιρετούν,»… Τα σύμπαντα των εαυτών σου συνυπάρχουν σε εκείνες, η ποιήτρια και η δολοφόνος, η θεούσα και η πόρνη… οι απαγορευμένες ηδονές…

Το κείμενο ήταν κάτι σαν επιστολή. Μάλλον αλληγορικό και συμβολικό. Σα να ήταν γραμμένο σε κάποιον, ίσως στον εαυτό της. Το σίγουρο ήταν ότι είχες την αίσθηση ότι σου απευθύνονταν εσένα ακριβώς προσωπικά. Σε μερικά σημεία ξαφνιάστηκα με το πόσο παρόμοιες εμπειρίες και εικόνες με δικές μου περιέγραφε. Δε μπορούσα να σταματήσω το διάβασμα με τίποτε. Ήταν τόσο ζωντανές οι σκέψεις, αλλά και ο λόγος ροϊκός και ποιητικός, σχεδόν σαν οι ήχοι των λέξεων να είχαν γραφτεί πάνω σε μια αόρατη μελωδία. Φτάνω στην σελίδα 32… εκεί η επιστολή τελειώνει με μια ημερομηνία. Ανατριχιάζω ολόκληρη… η σημερινή ημερομηνία! Απίστευτο, σαν να ήταν σημαδιακό να διαβάζω αυτό το βιβλίο σήμερα εδώ! Σαν να είμαι σε ένα διάλειμμα από την ζωή μου, σαν να έχω τεθεί εκτός χρόνου, με μια παύση, ή να έχω μπει σε μια κάψουλα, μια φούσκα όπου η φθορά και ο χρόνος δεν μπορούν να με αγγίξουν… περίεργο συναίσθημα αλήθεια…

Μέσα στην επιστολή αυτή ανέφερε ότι μου δίνει το «κλειδί» αλλά ανάθεμά μου και αν κατάλαβα τι εννοούσε, πριν γυρίσω σελίδα.. Ένα μούδιασμα διαπέρασε όλο μου το κορμί. Θα μπορούσα να τσιρίξω αλλά ήμουν τόσο τρομοκρατημένη και πετρωμένη και που δεν μπορούσα ούτε καν να πάρω αναπνοή. Ήταν ένα κουμπί. Να! απίστευτο ένα κουμπί μέσα στο βιβλίο. Είχε εμφανιστεί σαν από μαγεία, αλλά μόνο εφ’ όσον είχα διαβάσει τις προηγούμενες σελίδες. Έκλεισα το βιβλίο για να δω πως γίνονταν και το κουμπί δεν έσπρωχνε τις σελίδες του βιβλίου κάνοντάς το παχύτερο. Κι όμως καθώς το έκλεινα, το κουμπί εξαφανιζόταν και το βιβλίο ξαναγίνονταν κανονικό. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν κάτι σαν οφθαλμαπάτη, προσπαθώντας να ησυχάσω τον εαυτό μου από αυτό το εντελώς παράλογο που είχε να αντιμετωπίσει. Όταν το άγγιξα όμως με το δάκτυλό μου ήταν εκεί. ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ, αυτό ήταν που αναφέρονταν ως «το κλειδί»…

Έμεινα εκεί κοιτώντας αποσβολωμένη το βιβλίο με το κουμπί. Καθώς κοιτούσα αναποφάσιστη, κάποια γράμματα άρχισαν να εμφανίζονται στο χαρτί. Ενώ το κουμπί άρχισε να αναβοσβήνει…

«Αν θέλεις να σταματήσεις να βαριέσαι Πάτα Το Κουμπί…

Πάτα τώρα Το Κουμπί και ζήσε την δική σου φαντασίωση…»

Σε λίγο τα γράμματα ξεθώριασαν και χάθηκαν. Ίσως να είναι ένα ανόητο τρικ. Ίσως να είναι κάτι σαν φάρσα, σκέφτηκα. Σιγά να μην συμβαίνει τίποτε όταν το πατάς, απλά θέλει να σε τρομάξει. Την ίδια στιγμή που τα σκεφτόμουν όλα αυτά καινούριες λέξεις άρχισαν να αναδύονται από την λευκή κιτρινισμένη σελίδα…

«Σταμάτα να αναρωτιέσαι και Πάτα Το Κουμπί…

Πάτα το, το γ#%&δι

Α πολύ αθυρόστομο είναι αυτό το βιβλίο, και πιεστικό. Δε βαριέσαι, ας το πατήσω

button

Άλλωστε η ζωή είναι μικρή για να διστάζεις…

Αυτό ανάβει, σαν να ενεργοποιείται κάτι… με έναν ανεπαίσθητο ήχο, μια νότα μάλλον Σι σε Σι μινόρε. Μετά όμως απλά σβήνει. Και… Τίποτε. Δεν γίνεται τίποτε… Μήπως του τελείωσε η μπαταρία;

…ωωω μη μας ξενερώνεις έτσι άσχημα τώρα…

Glin glon, glin glon  ♫

Ωχ μα αυτό είναι το κουδούνι μου, τι γίνεται; δεν περιμένω κανέναν… λες; Ανοίγω την πόρτα με βαριεστημένη περιέργεια: ένα ψηλό παλικάρι, μελαμψό, με τέλειο κορμί, κάτασπρο φωτεινό χαμόγελο, ελαφρώς αξύριστο, με κάτι απίστευτα καταπράσινα μάτια, σαν μοντέλο που ξεπήδησε από περιοδικό, διαφήμιση ή βιντεοκλίπ με κοιτάζει στα μάτια…

-Γκιά είμαι ο καινούριος γείτονάς σου από πάνω, με λένε Αλφόνσο. Είμαι από την Βραζιλία, χορευτής και δάσκαλος χορού, έχω και δύο διδακτορικά στην κοινωνιολογία και στις πολιτικές επιστήμες αλλά τα παράτησα. Σε είδα λίγο νωρίτερα στην σκάλα και είπα να σου φέρω λίγο από αυτό το γλύκισμα που έφτιαξα, είναι παραδοσιακό της πατρίδας μου με ρούμι, λέγεται losamora που στα αρχαία βραζιλιάνικα σημαίνει «παθιασμένα μέχρι δακρύων» … ξέρεις πριν λίγο που σε είδα να ανεβαίνεις τις σκάλες μου άρεσες τόσο, μα τόσο πολύ, που το μόνο που σκέφτηκα ήταν να παρατήσω το πρόγραμμά μου, να φτιάξω το γλυκό, να σου το προσφέρω σαν δικαιολογία για την όλη γνωριμία, και αν τα καταφέρω μετά να σε αποπλανήσω, να σου βγάλω τα ρούχα και να σου προσφέρω την υπέρτατη ηδονή… ελπίζω να μη σοκάρεσαι με λίγη ειλικρίνεια…

Ωωω Τι; Τι τρέχει; Τι συμβαίνει; γιατί με κοιτάς έτσι; Δε σου αρέσω ως φαντασίωση; Αλήθεια;…  είναι αλήθεια λοιπόν; Εντάξει, εντάξει οκ. Όχιιιι… Μπορείς να ξαναπατήσεις το κουμπί και θα φύγω. Αν μετά το ξαναπατήσεις θα έρθει μια επόμενη φαντασίωση. Σκέψου το όμως, αν το πατήσεις τώρα με χάνεις για πάντα, ποτέ δε θααααα…            

(πατώντας το κουμπί) ωχ δε μας χέζεις και εσύ βρε βλακόμουτρο, άιντε από δω! Ωραίες οι φαντασιώσεις μου αλλά βαρέθηκα πια αυτό το ηλίθιο βιβλίο… Βαριέμαι να ζω τώρα την φαντασίωση, αυτά είναι για αυτούς που έχουν υπαρξιακά κενά και δεν έχουν τι να κάνουν… Εγώ απλά βαριέμαι… Λέω καλύτερα να μαγειρέψω μια άνοστη ομελέτα να φάω, να δω καμιά σαπίλα στην τηλεόραση και να την πέσω για ύπνο…

Ααα αυτό μάλιστα, η απόλυτη τέλεια βαρεμάρα….

αυτή είναι ζωή!…

 

Advertisements

η απώλεια

-άσε το μη το σκέφτεσαι άλλο, έγινε, δηλαδή συνέβη, “its a simple fact of life” όπως τραγουδούσε ο Freddie Mercury, τα περισσότερα πράγματα έχουν ένα τέλος κάποτε, ίσως να ήταν λίγο πρόωρο βέβαια αλλά συνέβη, τώρα σκληρό αλλά πάμε παρακάτω…

Ήταν ο κολλητός μου ο Βαγγέλης που προσπαθούσε να με παρηγορήσει… Γύρισα και τον αντίκρισα με τα πεθαμένα κουρασμένα μάτια μου:

-προσπαθώ ρε φίλε να το ξεπεράσω αλλά δεν βγαίνει, μετα βίας τρώω, δεν κάνω όλη μέρα τίποτε, δεν μπορώ να κάνω τίποτε εντελώς, κάθομαι ώρες, καπνίζω και κοιτάζω το ταβάνι… το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι «μα πως γίνεται; Γιατί; Γιατί να συνέβη αυτό σε εμένα;»… Τώρα καταλαβαίνω πόσο την εκτιμούσα, πόσο την λάτρευα, τώρα που δεν την έχω… καταραμένος να είναι αυτός που μου την πήρε…

-το ξέρω ότι θα σου ακουστώ κυνικός και ίσως κάπως σκληρός φίλε, αλλά θα έρθει ο καιρός που θα είσαι με άλλη και αυτή θα είναι μόνο μια μακρινή ανάμνηση…

-πως γίνεται να την ξεχάσω; Μου λες; με ποια δύναμη να μπορέσω να προχωρήσω; ήμασταν μαζί εδώ και οκτώ χρόνια… ήμασταν τα πιο αχώριστα συντροφάκια… από την πρώτη στιγμή που την είδα, ήταν σαν να ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλο… ήταν αγνή μαγεία… ταιριάζαμε απόλυτα, όλοι μας ζήλευαν…

-έλα δεν έχει νόημα να σκέφτεσαι όλη την ώρα τα ίδια και να πονάς… το ξέρω ότι είναι δύσκολο αλλά μην το αναμοχλεύεις με τέτοιες σκέψεις… άσε τον πόνο να κάνει τον κύκλο του και να φύγει από πάνω σου, θες να πάμε για μια μπυρίτσα να πάρεις λίγο αέρα;

-σε ευχαριστώ φίλε δε νομίζω ότι θα ωφελήσει… τώρα που το σκέφτομαι δεν είναι μόνο αυτό, από τότε που έγινα γνωστός, από τον πρώτο δίσκο δηλαδή, ήταν γνωστό ότι ήμουν μαζί της, και αυτή ήταν τότε γνωστό μοντέλο βέβαια δεν την έκανα εγώ διάσημη, άλλωστε στην Μπαλάντα της Ρόζας όλοι ήξεραν ότι στους στίχους αναφερόμουν σε αυτήν… ξέρεις πόσο συχνά κάποια περιοδικά μας έβγαζαν μαζί φωτογραφία…

-ξέρω ναι, εντάξει… πρέπει όμως να σταθείς δυνατός… τι άλλο μπορεί να γίνει άλλωστε; φίλε από την άνοιξη θα φύγετε σε περιοδεία, δεν γίνεται να βρίσκεσαι σε τέτοια χάλια, να σέρνεσαι, ο κόσμος θέλει την ενέργειά σου πάνω στην σκηνή…

-μου φαίνεται τόσο αδύνατο να είμαι ποτέ ξανά χαρούμενος…  η απουσία της με τρελαίνει… τώρα ποιος ξέρει σε ποιανού την αγκαλιά βρίσκεται, ποτέ όμως ποτέ δεν θα είναι όπως όταν την κρατούσα εγώ…. Φρικτό! είναι εντελώς ένα φρικτό καταραμένο μαρτύριο μόνο  που το σκέφτομαι… αναντικατάστατη με μια λέξη…

GUITARist sad

-ε όχι δεν είναι έτσι, και να σου πω το άλλο, βλέπεις πόσοι σταρ έχουν πολλές… περίμενα να τελειώσω αυτό που θέλω να πω, δεν λέω ότι είναι το στυλ σου αυτό βέβαια, αλλά δες αυτούς, μια παίζουν με την μία, μια με την άλλη και κανένα πρόβλημα, το ξέρω ότι δεν θα γίνεις τέτοιος χλιμίτζουρας αλλά όταν αρχίσεις να νιώθεις λίγο καλύτερα υπάρχουν κάποιες όμορφες που θα σε βοηθούσαν να το ξεπεράσεις και σταδιακά να την ξεχάσεις…

-είχα τις ποιο έντονες ερωτικές εμπειρίες μαζί της αν με καταλαβαίνεις, ποτέ το σώμα μου δεν θα αφεθεί σε καμία άλλη όπως ήταν ελεύθερο σε αυτήν… αυτή αν θέλεις να ξέρεις με βοήθησε στον αγώνα μου να κόψω τα ναρκωτικά… και όπου τύχαινε να εμφανιστούμε μαζί ήταν σοβαρή, λαμπερή και μετρημένη, όταν ξέφευγα μου κρατούσε τον έλεγχο…

-εντάξει το ξέρω γιατί και εγώ σε έβλεπα πως ήσασταν μαζί… ο ντράμερ ο Νικόλας τι σου λέει; Στενοχωρήθηκε και αυτός ε;

-μου λέει να πιάσω μια κιθάρα και να γράψω τον πόνο μου σε νότες, πιστεύει ότι κάτι τέτοιο θα με λυτρώσει…

-δεν μου φαίνεται να έχει και άδικο, γιατί δεν το κάνεις;

-δεν έχω κουράγιο, δεν έχω δύναμη ρε φίλε να παίξω κιθάρα, με τις πρώτες νότες με πιάνουν τα δάκρυα, θυμάμαι εκείνη, δεν μου αρέσει ο ήχος, σου λέω φίλε Ποτέ! Ποτέ! Ποτέ! δεν θα ξαναβρώ μια τέτοια γαμάτη ηλεκτρική κιθάρα!…