goddamnit

Βρίσκομαι μέσα στο απρόσωπο πλήθος μιας μεγαλούπολης. Είναι πρωί, βιάζομαι να φτάσω στον προορισμό μου, πηγαίνω σε κάποια δουλειά, ίσως να πηγαίνω στην κανονική δουλειά μου, σε κάποιο γραφείο, ίσως να πηγαίνω στην επιχείρησή μου, στο μαγαζί μου. Νιώθω σαν κάποιος να με ακολουθεί. Έχω εκείνο το περίεργο αίσθημα, ξέρετε ότι κάποιος σε παρακολουθεί. Αποφασίζω να σταματήσω σε μια καντίνα που βλέπω για να αγοράσω ένα χοτ ντογκ καθώς πεινάω λιγάκι. Παίρνω το χοτ ντογκ με την έξτρα μουστάρδα, κέτσαπ και μαγιονέζα και δαγκώνω προσέχοντας να μην λερωθώ. Φτου λερώθηκα… Και τότε γυρνάω πίσω μου και την βλέπω. Το αίμα μου παγώνει. Πάλι με ξετρύπωσε σκέφτομαι, πήγα να την ξεγελάσω αλλά αυτή με ανακάλυψε και με πήρε από πίσω. Με κατάλαβε. Με κοιτά με μοχθηρία. Δαγκώνω μια δεύτερη και τελευταία μπουκιά από το χοτ ντογκ. Για μια στιγμή κοιταζόμαστε αμίλητοι, έτοιμοι να αναμετρηθούμε, ξέρουμε τι θα ακολουθήσει, σίγουρα θα προσπαθήσει να με πιάσει.

Πετάω κάτω το χοτ ντογκ και ξεκινάω το τρέξιμο, εκείνη από πίσω μου, ευτυχώς διαπιστώνω ότι κάνω καλό παρκουρ όμως και αυτή δεν πάει πίσω. Πιάνομαι σαν σε μονόζυγο από ένα οριζόντιο μεταλλικό στοιχείο και σκαρφαλώνω σε μια σκαλωσιά, έπειτα κάνω άλμα προς μια σκάλα πυρασφάλειας, όταν θα ανέβω στην ταράτσα θα έχω περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξω μεγαλύτερη ταχύτητα κάτι που δεν μπορώ στο πεζοδρόμιο καθώς με εμποδίζει το πλήθος των περαστικών. Σε λίγο πηδάω από ένα κτίριο σε άλλο, παράτολμο άλμα θανάσιμα επικίνδυνο αλλά τα καταφέρνω, σε μια στιγμή γυρνάω πίσω και βλέπω ότι επιτέλους την έχω χάσει, στην επόμενη ταράτσα όμως εμφανίζεται μπροστά μου, κάνω ανάποδη κωλοτούμπα και τρέχω προς την άλλη κατεύθυνση. Μα τι στο καλό θέλει επιτέλους; Τι φταίω και ζω αυτόν τον εφιάλτη; Γιατί πάντα με κυνηγάει;

Δεν ξέρω τι θα συμβεί αν με πιάσει, αισθάνομαι όμως ότι θα είναι πολύ δυσάρεστο, ίσως κάτι το ψυχολογικά ισοπεδωτικό. Πρέπει να τρέξω πιο γρήγορα. Θυμάμαι κάποια στιγμή που συζητούσα με ένα φίλο πίνοντας μπίρες. Μου έρχεται η εικόνα να του λέω ότι πάντα με κυνηγά, είναι το παράπονό μου, αυτός πίνει μια γουλιά, ε αν σε κυνηγά τότε να τρέξεις, να τρέξεις πιο γρήγορα και απ’ το Μπολτ να πούμε, και μετά θυμάμαι μου χαμογελά και τσουγκράμε τα ποτήρια.

Τώρα όμως έχω κουραστεί, έτρεχα και έκανα παρκούρ όλη μέρα, είχε βραδιάσει ή ίσως πάλι έτρεχα όλη μου την ζωή, στο τέλος ως τώρα στην ζωή μου πάντα με έπιανε έτσι κι αλλιώς, κάποια στιγμή κουράστηκα και σταμάτησα. Εκείνη ήρθε δίπλα μου αλλά προς έκπληξή μου δεν με έπιασε. Απλά με κοίταξε και μου χαμογέλασε. Είχε εφηβικό γυμνασμένο σώμα και το κεφάλι της Μαρίκας Μητσοτάκη…%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%ba%ce%b1-%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%83%ce%bf%cf%84%ce%ac%ce%ba%ce%b7

Δεν σε φοβάμαι, της είπα, για να μην πω ότι σε συνήθισα, όμως γιατί με κυνηγάς όλη την ώρα; Βαρέθηκα να με κυνηγάς όλη την ώρα, το έλεγα και στο φίλο τον Βαγγέλη, μια ζωή ολάκερη, η Γκαντεμιά με κυνηγάει…

– Δεν φταίω μόνο εγώ όμως… εσύ με προκαλείς και με προσκαλείς… μου λέει

– Πως δηλαδή σε προκαλώ; 

– Πρώτα άνοιξες μπακάλικο απέναντι από σούπερ μάρκετ, μετά πρατήριο άρτου δίπλα σε φούρνο, μετά άνοιξες καφέ σε δρόμο που είχε μόνο συνεργεία αυτοκινήτων, μετά εστιατόριο με καθίσματα έξω πάνω σε θορυβώδη κεντρικό δρόμο, ε λοιπόν τι περίμενες;

–  Δεν θα με ξαναπιάσεις μωρή λάμια, της λέω και ξεκινάω τρέξιμο για άλλη μια φορά και μετά… της ξεφεύγω, έπειτα ξαφνικά βρίσκομαι σε ένα λιβάδι που έχει μια τράπεζα, μπαίνω μέσα να κάνω ανάληψη, έχω εκατό χιλιάδες ευρώ στον λογαριασμό μου… ε και μετά ξύπνησα…

– Μάλιστα, πολύ ωραία, τι θεωρείτε ότι θέλει να σας πει αυτό το όνειρο, ποιο θα λέγατε ότι είναι το βαθύτερο νόημά του;

– Γιατρέ εγώ δεν πολυξέρω από ερμηνεία ονείρων, ούτε αν κρύβεται όπως λένε στη ψυχανάλυση μια ασυνείδητη επιθυμία, εγώ το βλέπω σαν καθαρό οιωνό, σημάδι ότι η επιχείρηση που έχω σκεφτεί τώρα τελευταία θα πετύχει στα σίγουρα

– Χαίρομαι που κρατάτε πάντα την αισιοδοξία σας, ποια θα είναι λοιπόν αυτή η επιχείρηση, θα θέλατε να μου πείτε;

– Και βέβαια, πλυντήριο για σκύλους με κερματοδέκτη!!..

 

Advertisements