μουσείο design

Γνώριζα ότι η ταπεινή καταγωγή μου δεν θα με βοηθούσε σε αυτό το επάγγελμα. Ήταν όμως το όνειρό μου, να γίνω σχεδιαστής. Είχα γεννηθεί σε μια φτωχή λαϊκή συνοικία, ο κοινωνικός μου περίγυρος δεν εκτιμούσε τον σχεδιασμό, δεν είχε εξελιγμένο γούστο και αισθητική, το αντίθετο θα έλεγα. Ποτέ δεν είχαμε επισκεφτεί με την οικογένειά μου μουσεία ή διάσημα ξενοδοχεία ή γκαλερί. Στο πανεπιστήμιο οι συμφοιτητές μου, συνήθως παιδιά πλούσιων οικογενειών, είχαν ταξιδέψει, είχαν επισκεφτεί μουσεία, είχαν κουλτούρα από μικρά και είχαν την ευχέρεια να αγοράσουν οποιοδήποτε βιβλίο design. Εγώ όμως έπρεπε να μοχθήσω δεκαπλάσια. Όλο το καλοκαίρι δούλευα σε κακοπληρωμένες δουλειές για να μαζέψω χρήματα για να μπορώ να αφοσιωθώ το χειμώνα στις σπουδές μου και από πανάκριβα βιβλία; τα έβλεπα μόνο στην βιβλιοθήκη εφ’ όσον υπήρχαν.

Πρέπει να παραδεχθώ ότι ανιχνεύοντας από την πρώτη στιγμή την δυσχέρειά μου στον σχεδιασμό σε σχέση με άλλους, είχα συνειδητά ή ασυνείδητα ρίξει βάρος στον θεωρητικό λόγο. Η ευχέρεια που είχα στον προφορικό και γραπτό λόγο με ξεχώρισε γρήγορα στην σχολή και μου χάρισε μερικές υποτροφίες. Όμως πάντα ονειρευόμουν να εκθέσω και εγώ κάτι σε ένα μουσείο design. Ένα αντικείμενο ισάξιο με τα άλλα εκθέματα σε ένα μουσείο όπου θα υπήρχαν τα αριστουργήματα του Le Corbusier, του Breuer, του Richard Eames και άλλων μεγάλων δασκάλων. Αντικείμενα καθημερινά υψηλού σχεδιασμού δυστυχώς οικονομικά προσιτά σε λίγους. Ήθελα να σπάσω αυτή την παράδοση, αυτό που παρουσιάζονταν ανοιχτό στην κοινωνία αλλά που στην ουσία ήταν κλειστό και απρόσιτο στους πολλούς. Από νωρίς είχα βιώσει αυτή την κοινωνική συνθήκη, που τη συμπυκνώνω σε μια φράση «το γούστο είναι ταξικό»! Αυτό έπρεπε να εκτεθεί, να σπάσει ή τουλάχιστον να πληγεί ανεπανόρθωτα.

chairs

Τα χρόνια πέρασαν και ήμουν πλέον καθηγητής σε πανεπιστήμιο με πλούσιο βιογραφικό σε δημοσιεύσεις ενώ είχα γράψει και τρία πετυχημένα βιβλία. Ένα απόγευμα αποφάσισα να επισκεφτώ μια διεθνή έκθεση design την οποία σκόπευα να επισκεφθώ με φοιτητές μου. Το μουσείο ήταν άδειο, μπήκα στην μεγάλη αίθουσα με τις καρέκλες, ιερές καρέκλες design που ποτέ κανείς δεν κάθονταν. Τις περισσότερες τις έβρισκες και στο εμπόριο αλλά είχαν απίθανα υψηλές τιμές… Εκεί υπήρχε ένας βαριεστημένος παχουλός φύλακας του μουσείου να τις φυλάει. Έπινε έναν καφέ, κάποια στιγμή φτερνίστηκε και έχυσε τον μισό πάνω του… γείτσες… χαμογέλασα καθώς μια σατανική ιδέα είχε σχηματιστεί στο μυαλό μου. Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ από τον ενθουσιασμό, έκατσα στο γραφείο μου και σχεδίασα το παράτολμο πλάνο μου. Ένα μεταμοντέρνο αριστούργημα που σπάει την διάκριση ταπεινού – υψηλού, μια πραγματική επανάσταση…

Το σχέδιο είχε πάει άψογα, ο στόχος είχε επιτευχθεί, είχα βάλει και εγώ ένα αντικείμενο στην διεθνή έκθεση design! Το όνειρό μου είχε πραγματοποιηθεί. Μπήκα στην μεγάλη αίθουσα, εκεί ένα τσούρμο φοιτητών κοιτούσε απορημένο και έβγαζε φωτογραφίες το πιο πρωτότυπο αντικείμενο στης έκθεσης, το δικό μου. Πλησίασα, νιώθοντας την έντονη συγκίνηση να με κυριεύει, ενώ δάκρυα βούρκωσαν τα μάτια μου. Και την αντίκρισα. Την έβλεπα να στέκει εκεί, αγέρωχη, άξια να υπάρχει ως έκθεμα, ισότιμη, αυτή…

…μια απλώστρα! Μια απλή απλώστρα ρούχων στη διεθνή έκθεση design… δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερο πέρα από ότι ήταν πολύχρωμη με ένα απλό τύπωμα…

Έμεινα για ώρες εκεί στην αίθουσα παρατηρώντας τις αντιδράσεις των επισκεπτών. Κάποια στιγμή αργότερα η αίθουσα είχε αδειάσει. Ξαφνικά ξεπρόβαλε ο παχουλός φύλακας. Είχε πάλι λερώσει με καφέ το πουκάμισό του αλλά αυτή τη φορά το είχε ξεπλύνει και έψαχνε να το απλώσει κάπου να στεγνώσει. Πλησίασε την απλώστρα αλλά κοντοστάθηκε προβληματισμένος. Έπειτα γύρισε και το άπλωσε πάνω σε μια καρέκλα του Le Corbusier… ανίκανος να συνειδητοποιήσει το τεράστιο συμβολικό νόημα της πράξης που μόλις έκανε! Η απλώστρα είχε γίνει πιο ιερό αντικείμενο σχεδιασμού από την διάσημη καρέκλα… είχα νικήσει… μα ήταν αυτό καλό;…

Άπλωσέ το στην απλώστρα καταραμένε!, του φώναξα με οργή, η απλώστρα δεν είναι μόνο για τα σαλόνια των αστών, είναι για όλους, όπως θα έπρεπε να είναι και οι καρέκλες…

 

Advertisements

στο πολυκατάστημα

…μα ορκίζομαι ότι ήθελα κάτι ακόμη να ψωνίσω, δεν μπορώ να θυμηθώ όμως, δυστυχώς έχασα και τη λίστα με τα ψώνια που είχαμε γράψει με την Ντίνα… νιώθω ότι ζαλίζομαι, ευτυχώς έχω το καρότσι για στήριγμα… έχει τόσο κόσμο, η μισή πόλη είναι εδώ, μισώ τα μεγάλα σούπερ μάρκετ και τούτο εδώ είναι απίθανα τεράστιο, 31.000 τετραγωνικά μέτρα και έχει τα πάντα, κυριολεκτικά τα πάντα: τρόφιμα, χαρτικά, συσκευές, ποδήλατα, έπιπλα, αυτοκίνητα, εργαλεία, οικοδομικά υλικά, ειλικρινά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι που να μην πουλάει, εκτός ίσως από ναρκωτικά και όπλα… είναι χωρισμένο σε τομείς με τρεις κεντρικές λεωφόρους και είναι εξωπραγματικά τεράστιο, για αυτό είναι εύκολο και να χαθείς… αλήθεια που είμαι τώρα; νιώθω σαν να έχω πάρει ναρκωτικά, πριν λίγο ήμουν μια χαρά, μα δεν έφαγα ούτε ήπια τίποτε… δεν καταλαβαίνω, τι να με πείραξε; μύρισα αρκετές κολόνιες για να αγοράσω μία… λες;

…νιώθω όμως μια περίεργη ευεξία και χαρά, νιώθω πραγματικά χαρούμενος, τα χρώματα είναι πιο ζωντανά, θέλω να τραγουδήσω, να χορέψω, καλύτερα να συγκρατηθώ όμως… καλά πότε γέμισε όλο αυτό το τεράστιο καρότσι με πράγματα μέχρι επάνω; αλήθεια δεν θυμάμαι, έχω έρθει με κάποιον; μήπως έχω αφήσει τον μικρό Λεφτέρη στον παιδότοπο; ή τον είχα μαζί μου; μήπως είμαι με τη Ντίνα; ας της τηλεφωνήσω, ω όχι το κινητό μου έσβησε από μπαταρία, πρέπει να βρω τον Λεφτέρη, θεούλη μου, έχασα το παιδί, θα πρέπει να πάω στην ρεσεψιόν να τον φωνάξω, αλλά είναι πολύ μακριά και με τόσο κόσμο θα κάνω κανένα σαραντάλεπτο, καλύτερα να τσεκάρω στον τομέα παιχνιδιών, εκεί θα έχει ξεχαστεί ο μικρός Λεφτεράκης, αχ θα τον μαλώσω…

– Λεφτέρη εδώ είσαι; Δεν σου είπα να μην χάνεσαι; Λοιπόν άστο αυτό το παιχνίδι θα το πάρουμε στην γιορτή σου, τι; το θες πολύ; είναι η νέα Μπάρμπι; ε εντάξει λοιπόν ας το αγοράσουμε, μη κλαις, έλα να σε ανεβάσω στο καρότσι… λοιπόν πάμε στο ταμείο να πληρώσουμε και να φύγουμε από αυτό το ζαλιστικό μέρος… εδώ είμαστε, ταμείο 137 έχει μόνο 11 καρότσια μπροστά μας, είμαστε τυχεροί…

– Να εδώ, Αντώνη, τρέχα την βρήκα! Σεκιούριτι, σεκιούριτι! Παλιάνθρωπε, το παιδί μας, αχ Αννούλα είσαι καλά; Σε πείραξε; Γιατί; Γιατί πήγες να μας πάρεις το παιδί μας εγκληματία;

– Μα τι λέτε; Τον Λεφτεράκη;… Ω δεν είναι ο Λεφτεράκης, συγνώμη νόμιζα ότι ήταν ο γιος μου, και σκέφτηκα ότι τα κοτσιδάκια κάπου δεν μου κολλούσαν, λυπάμαι πολύ, ξέρετε μύριζα κολόνιες και από τότε είμαι ζαλισμένος, με συγχωρείτε και πάλι…

Πρέπει να βρω τον Λεφτεράκη, ας σκεφτώ ψύχραιμα, πρέπει να θυμηθώ, το πιθανότερο είναι να τον άφησα στον παιδότοπο, η αλήθεια είναι ότι είναι γιος μου και τον αγαπώ πολύ αλλά είναι πολύ εκνευριστικός στο σούπερ μάρκετ θέλει να του αγοράζω σχεδόν ό,τι βλέπει, μου σπάει τα νεύρα, κάνει πάντα σαν βλαμμένο, οπότε θα τον άφησα στον παιδότοπο, καλύτερα να πάω στο ταμείο να πληρώσω και μετά να πάω να τον πάρω από τον παιδότοπο… να ένα ταμείο με λίγο κόσμο, α έχει και καλώδιο για να φορτίσεις το κινητό, ευτυχώς, ευκαιρία να ανοίξω το τηλέφωνό μου, για δες 11 κλήσεις από Ντίνα…

– Έλα Ντίνα, είμαι στο ταμείο… Πού είσαι εσύ;… Πώς;… Πήρες στον παιδότοπο τηλέφωνο και δεν είναι; Θα πρέπει να είναι μαζί μου; Εεεεεε ναι ναι, να εδώ είναι, εδώ είναι ο Λεφτεράκης, θα σε καλέσουμε αργότερα να σε χαιρετίσουμε, τώρα είμαστε στο ταμείο, άντε γεια

Ω θεούλη μου ξέχασα το παιδί, δεν το πιστεύω, μαστούρωσα κανονικά και ξέχασα το βλαμμένο, δηλαδή το γιόκα μου τον μονάκριβο, και δεν μπορώ να φύγω από το ταμείο τώρα, έχει ουρά και έχει ήδη αρχίσει η κοπέλα να χτυπάει τα πρώτα προϊόντα, θα πληρώσω και θα αρχίσω να ψάχνω μετά… ας αρχίσω να ξεφορτώνω το καρότσι, έχει κυριολεκτικά ένα βουνό πράγματα, μα πως αγόρασα τόσα πολλά πράγματα; Αχ Λεφτεράκη που είσαι; Γιατί δεν σου έχω βάλει GPS να μη σε χάνω; αχ γιατί; Ας κάνω γρήγορα… (…) μα για δες κάτι σαν να κουνήθηκε θαμμένο στο καρότσι βαθιά, κάτω από αυτή τη πεντάκιλη Μερέντα, πως; ένα παιδικό χέρι… γρήγορα…

– Ο Λεφτεράκης! δε το πιστεύω, Λεφτεράκη μου, Λεφτεράκη μου θάφτηκες κάτω από τα προϊόντα, αχ σε ξαναβρίσκω, τι χαρά! Είσαι καλά;

– Ναι μπαμπάκα είμαι καλά! αλλά τρόμαξα και έφαγα μερικές σοκολάτες

– Αχ δόξα τω Θεό, δεν πειράζει… Δεν ξαναέρχομαι ποτέ ξανά σε τόσο μεγάλα σουπερ μάρκετ και εμπορικά κέντρα, το ορκίζομαι πραγματικά, μόνο σε μικρά παντοπωλεία στις γειτονιές θα πηγαίνω που είναι πιο ανθρώπινα! Στα μικρά συνοικιακά παντοπωλεία ή εδωδιμοπωλεία* δεν έχει μόνο τυποποιημένα προϊόντα από τεράστιες πολυεθνικές και πανίσχυρα λόμπι τροφίμων, έχει ποιοτικά προϊόντα από τοπικούς συνεταιρισμούς, από ΚοινΣΕπ συνεργατικές επιχειρήσεις και από μικρούς παραγωγούς, ποιοτικά, υγιεινά και φθηνά και βοηθάμε και την ανάπτυξη της κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας ενάντια στο σύστημα που μας καταπιέζει όλους…

shopping cart

 

(*Το κείμενο είναι σπέσιαλ αφιερωμένο στον καλό φίλο Γιάννη)