ντελίβερι

delivery.png

Τίποτε δεν συμβαίνει στη ζωή μου, σκέφτηκα καθώς κατέβαινα τις σκάλες. Η βάρδια μου είχε τελειώσει. Θα γυρνούσα στο μαγαζί να δώσω τις τελευταίες εισπράξεις και θα επέστρεφα ψόφιος από την κούραση επιτέλους σπίτι. Ένιωσα ένα πέπλο ελαφριάς μελαγχολίας να απλώνεται πάνω μου καθώς τα πόδια μου έγιναν πιο βαριά. Οκτώ ώρες χωρίς διάλειμμα και η εξάντληση πάντα βγαίνει στο τέλος, στην τελευταία παραγγελία. Ήμουν άτυχος σήμερα, Σαββατόβραδο, οι περισσότερες πολυκατοικίες από όπου παρήγγειλαν δεν είχαν ανελκυστήρα, και από φιλοδωρήματα πάλι ψόφια πράγματα. Ως πότε θα ζω έτσι;…

Και τότε χτυπάει το τηλέφωνό μου, είναι από την πιτσαρία.

– Έλα Κώστα, τι έγινε δεν παρέδωσες ακόμη στην Παπαναστασίου;

– Πως δεν παρέδωσα, ήταν το προτελευταίο μου ντελίβερι

– Ωωω μάλλον ζαλίστηκες ρε φίλε, δες το μηχανάκι σου, άντε πήγαινε γιατί ξαναπήραν τηλέφωνο

Ανοίγω την μπαγκαζιέρα και διαπιστώνω ότι υπάρχουν δυο πίτσες και δυο μπύρες ακόμη… Μα τι συμβαίνει; θυμάμαι να τις παραδίδω… Τελοσπάντων μάλλον θα μπερδεύτηκα από την κούραση, ας πάω να τελειώνω.

Το διαμέρισμα είναι στον τρίτο και χωρίς ασανσέρ, ε βέβαια γ@&% την τύχη μου.. Ανοίγει την πόρτα ένας ωραίος τύπος γύρω στα σαράντα, η ίδια φιγούρα που θυμόμουν να ξαναπαραδίνω.

– Πόσο είναι;

– 13,40

Του δίνω τα ρέστα ακριβώς. Τα παίρνει και μου αφήνει δύο ευρώ φιλοδώρημα! Ωραίος ο τύπος, κυριλέ, κιμπάρης, σκέφτομαι. Κατεβαίνω τις σκάλες χαρούμενος. Τουλάχιστον η βάρδια τελειώνει ευχάριστα. Ανοίγω την εξώπορτα και το τηλέφωνο χτυπάει… είναι από την πιτσαρία…

Ναι;

– Έλα Κώστα, τι έγινε δεν παρέδωσες ακόμη στην Επτανήσου;

– Πως δεν παρέδωσα, ήταν το τελευταίο μου, ε δηλαδή το προτελευταίο μου ντελίβερι

– Ωωω μάλλον ζαλίστηκες ρε φίλε, δες το μηχανάκι σου, άντε πήγαινε γιατί ξαναπήραν τηλέφωνο

Πω τι συμβαίνει; μήπως το χάνω; Ανοίγω την μπαγκαζιέρα για να δω… δυο πίτσες και δυο μπύρες… Είμαι κουρασμένος και θα μπερδεύτηκα, ας πάω, σκέφτομαι. Η πόλη εντελώς άδεια. Φτάνω, ανεβαίνω, χτυπάω Παπαδόπουλος Χρήστος -όπως Παπαδόπουλος Χρήστος είναι και στην Παπαναστασίου- η πόρτα ανοίγει. Θυμάμαι τον τύπο, με κοιτά με ένα βλέμμα «άντε επιτέλους», με πληρώνει αφήνει πενήντα λεπτά φιλοδώρημα. Κατεβαίνω. Ανεβαίνω στο μηχανάκι. Ουφ τελείωσα επιτέλους. Όμως, για να δω κάτι, ανοίγω την μπαγκαζιέρα… μέσα δυο πίτσες και δυο μπύρες!!! Το τηλέφωνο χτυπάει, είναι από την πιτσαρία…

– Έλα Κώστα, τι έγινε δεν παρέδωσες ακόμη στην Παπαναστασίου;…

– Εεεε…

– Ωωω μάλλον ζαλίστηκες ρε φίλε, δες το μηχανάκι σου, άντε πήγαινε γιατί ξαναπήραν τηλέφωνο

       …Πηγαίνω, παραδίδω, κατεβαίνω. Το τηλέφωνο χτυπάει…

– Έλα Κώστα, τι έγινε δεν παρέδωσες ακόμη στην Επτανήσου;

(…)

Υπάρχει ένας αστικός μύθος στην πόλη μας. Πρόκειται για ανεξήγητα περιστατικά από ντελιβεράδες που χάθηκαν για πάντα πηγαίνοντας από την μια παραγγελία στην άλλη. Άλυτα μυστήρια. Όλα συνέβηκαν σε αυτήν την δυτική περιοχή της πόλης, γνωστή και ως Τρίγωνο των Ιωάννων που σχηματίζεται από τις οδούς Ιωάννη Τσιμισκή – Ιωάννη Καποδίστρια και Ιωάννη Πολέμη… Δεν τα πολυπίστευα όλα αυτά μέχρι σήμερα, που πιάστηκα στον ατέρμονο βρόγχο, στο infinite loop του Τριγώνου, στην επ’ άπειρον παλινδρόμηση…

Δεν ξέρω πόσος χρόνος έχει περάσει, όμως φαντάζομαι ότι έχω παραδώσει παραγγελία πάνω από 500 φορές στην Παπαναστασίου και άλλες τόσες στην Επτανήσου… Οτιδήποτε και να προσπάθησα για να σπάσω το infinite loop απέτυχε, οπότε έχω αποδεχτεί την τραγική μου μοίρα… Εγκλωβίστηκα ανάμεσα στις 1:45 με 1:57 για πάντα το Σάββατο 27 Μαΐου… Σε ένα συνεχές παρόν…

Ώσπου και ενώ η πόλη παντού άδεια, συνάντησα κάποια στιγμή ξαφνικά έναν άλλο συνάδερφο ντελιβερά! Ήταν από άλλη πιτσαρία. Μου έπαιξε τα φώτα και μου κόρναρε. Σταμάτησα.

– Τι λέει φίλε και εσύ στο Τρίγωνο;

Έμεινα με το στόμα ανοιχτό…

– Είσαι και εσύ παγιδευμένος λοιπόν; Πόσο καιρό; Υπάρχει σωτηρία; Είμαστε καταδικασμένοι για πάντα εδώ;…

– Ναι άσε είμαι και εγώ από τους άτυχους και τυχερούς… Είναι η δεύτερη φορά που παγιδεύομαι, όταν ξαναβγώ δεν κάνω ξανά παραγγελία σε αυτήν την σκατοπλευρά της πόλης…

– Έχεις βγει δηλαδή; Γιατί είπες άτυχους και τυχερούς;

– Την προηγούμενη φορά είχα μαζέψει 2786 ευρώ από τα φιλοδωρήματα μέχρι να βγω και βγήκα την επόμενη μέρα που είχα μπει, δε με χάλασε και πολύ… Άκουσε αν θες να βγεις πρέπει να εντοπίσεις το πάρτυ

– Ποιο πάρτυ;

– Είναι ένα πάρτυ σε ένα διαμέρισμα της περιοχής κάθε φορά σε κάθε βρόγχο το οποίο είναι η πύλη για να βγεις. Θα το καταλάβεις όταν το βρεις…

Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που πέτυχα αυτόν τον ντελιβερά. Δεν τον έχω ξαναδεί από τότε. Ίσως να εντόπισε το πάρτυ και να βγήκε. Ίσως πάλι να έλεγε πίπες και να μην υπάρχει πάρτυ… Αυτό σκεφτόμουν όταν άκουσα δυνατή μουσική από μια πολυκατοικία. Σταμάτησα για να ακούσω… Το Πάρτυ! Ίσως η πύλη που έλεγε ο ντελιβεράς… Σταμάτησα μπροστά στην οικοδομή από όπου ακούγονταν η μουσική. Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή. Πήρα τις πίτσες και ανέβηκα διστακτικά. Όταν έφτασα στον τρίτο διαπίστωσα ότι και από τις δύο πόρτες διαμερισμάτων ακούγονταν δυνατή μουσική. Ποιο να ήταν το πάρτυ με την πύλη όμως; Τι να ήταν το άλλο; Μήπως μια πύλη που σε πηγαίνει σε έναν ακόμη χειρότερο φριχτό βρόγχο;… Ας επιλέξω μια πόρτα τυχαία, σκέφτηκα και χτύπησα την αριστερή πόρτα.

Η μουσική ξαφνικά σταμάτησε ενώ ένας ψίθυρος ακούστηκε: «Σσσσς ησυχία ήρθε…»… Ξεροκατάπια. Ποιος ξέρει τι μεταφυσική φρίκη μπορεί να με περιμένει ακόμα; σκέφτηκα. Η πόρτα άνοιξε και μέσα ήταν σκοτεινά… Ξαφνικά τα φώτα άνοιξαν απότομα και ένα Χρόνια Πολλάααα! ακούστηκε από 57 γυναικείες φωνές… Α ναι είχα τα γενέθλιά μου την επόμενη μέρα… Μα ποιες ήταν όλες αυτές οι γοητευτικές γυναίκες; Όλες μου ήταν γνωστές… Μπήκα μέσα χαμογελώντας και ευχαριστώντας για τις ευχές, έσβησα τα κεράκια και στο χέρι μου βρέθηκε ένα ποτό. Η πύλη-πάρτυ υπήρχε!!! Επιτέλους είχα βρει την διέξοδό μου από το βρόγχο. Και ξαφνικά μου ήρθε στο μυαλό τι κοινό έχουν όλες αυτές οι γυναίκες: ήταν όλες οι γυναίκες που είχα κάποια στιγμή φαντασιωθεί σαν μπακούρι, από συμμαθήτριες ως γνωστά μοντέλα και ηθοποιούς… Και όλες φαινόταν να με γουστάρουν! Αυτό είναι πάρτυ σκέφτηκα, ο παράδεισος του μπακουριού…

Σε λίγο η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ένας άλλος άνδρας. Ωπ τι έγινε ρε φιλαράκι; Πως μπαίνεις έτσι μέσα στην φαντασίωσή μου; Μόλις τον είδε, μια ξανθιά έτρεξε, τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Ο γκόμενός της χωρίς αμφιβολία, σκέφτηκα. Οκ δε πειράζει, μου μένουν οι υπόλοιπες. Εκείνη την στιγμή όμως μπήκαν ακόμη δυο άνδρες. Δυο από τις φαντασιώσεις μου έπεσαν στις αγκαλιές τους. Το ίδιο επαναλήφθηκε αρκετές φορές και μετά από λίγο όλες οι φαντασιώσεις μου ήταν με έναν άνδρα και εγώ μόνος εκεί με το ποτό (για να μην πω με το πουλί) στο χέρι σαν το βλήμα… Παραπάτησα μέχρι τα ποτά για να πιω κάτι ακόμα. Από πολλά στόματα άκουγα ψιθυριστά τον ίδιο ψίθυρο: «μην είσαι χαζός, σε γουστάρει, μα δε το βλέπεις;». Μα για ποια λέγαν; Και γιατί δεν είναι εδώ στις φαντασιώσεις μου;

Δε με χέζετε όλες σας!, φώναξα τσατισμένος και άνοιξα την πόρτα για να ξακουμπιστώ από αυτό το ντροπιαστικό πάρτυ χυλόπιτας… Εγώ φταίω που σας φαντασιώθηκα κιόλας παλιοκότες!  Βγήκα από το κτίριο, κάθισα λιγάκι στα σκαλιά και εκεί έσβησα… Αποκοιμήθηκα αστραπιαία…

       Ξύπνησα από τον ήχο του κινητού και τη δόνηση στο παντελόνι. Τηλέφωνο από την πιτσαρία… Αυτήν την φορά όμως ήταν η Κάτια, με τη γλυκιά της φωνή, όχι ο παπάρας ο Μιχάλης.

– Έλα Γιάννη τι κάνεις; Είσαι καλά; Ανησύχησα, θα ερχόσουν στο μαγαζί πριν δυο ώρες, τι έγινε; Χτύπησες;

Κοίταξα το σώμα και τα χέρια μου, καθώς προσπαθούσα να συνέλθω, όλα καλά…

– Μια χαρά είμαι, απλά αποκοιμήθηκα από την εξάντληση, έρχομαι αμέσως…

Ήταν όλα όνειρο λοιπόν; αναρωτήθηκα. Αν ήταν, ήταν τόσο αληθινό που κυριολεκτικά μου χάκαρε τον εγκέφαλο. Περίεργα παιχνίδια μου έπαιξε το ασυνείδητο… Καβάλησα το μηχανάκι ξανά.

Στην διαδρομή ένιωσα να κουβαλώ βάρος στη μπαγκαζιέρα. Ίσως είναι η τελευταία παραγγελία που τελικά ποτέ δεν θα παρέδωσα, σκέφτηκα… ίσως όμως είναι τα 1786 ευρώ από δίευρα και πενηντάλεπτα που είχα μαζέψει από τα φιλοδωρήματα των αλλεπάλληλων Χρήστων Παπαδόπουλων στις αμέτρητες επαναλήψεις των οδών Επταλόφου και Παπαναστασίου…

–     Τέλος    –

Advertisements