το κυνηγητό

Ήταν η πιο περίπλοκη, σύνθετη αλλά σίγουρα και η πιο συναρπαστική υπόθεση που είχε αναλάβει ο επιθεωρητής Φίλιππος Φουρώ στην καριέρα του. Σκοπός της ήταν να ανακαλύψει και να συλλάβει τον μυστηριώδη κύριο Ρω, τον περιβόητο διαρρήκτη και κλέφτη κοσμημάτων και σπάνιων έργων τέχνης. Κυνηγούσε τον κ. Ρω για πάνω από πέντε χρόνια αλλά εκείνος πάντα κατάφερνε να του ξεφύγει. Η ιδιομορφία της ιδιοφυίας του κ. Ρω δεν ήταν μόνο οι πάμπολλες μεταμφιέσεις του, αυτό που τον ξεχώριζε από όλους τους άλλους εγκληματίες ήταν η φοβερή δύναμη της φαντασίας του στο να συλλαμβάνει πρωτότυπα σχέδια, κάποιοι μάλιστα συνέκριναν την φαντασία του μόνο με αυτήν πλοκής μυθιστορημάτων της Άγκαθα Κρίστι… Η μεγάλη φαντασία στα σχέδιά του, του επέτρεπε να είναι ελάχιστα βίαιος για αυτό και είχε κερδίσει τις καρδιές των απλών πολιτών.

Ήταν πριν λίγες μέρες όταν ο Ρω παραλίγο να πιαστεί, ή τουλάχιστον έτσι θέλησε να φανεί… Είχε αφήσει στην προηγούμενη κλοπή του ένα σημείωμα, πάντα υπέγραφε τις «δουλειές» του, μια ασαφής κωδικοποιημένη αναφορά στο διάσημο κόσμημα που επρόκειτο να κλέψει. Ο Φουρώ είχε προειδοποιήσει για αυτό το ενδεχόμενο το μουσείο που εκθέτονταν το ξακουστό διαμάντι Hope* πάνω σε ένα περίτεχνο περιδέραιο και ο ίδιος είχε πάει εκεί να στήσει κανονικό καραούλι. Αυτήν τη φορά θα έπιανε τον «άνθρωπο με τα χίλια πρόσωπα» που τόσες φορές τον είχε ταπεινώσει. Όταν ο συναγερμός χτύπησε και ο Φουρώ με τους μπάτσους κατευθύνθηκαν προς την αίθουσα που φυλάγονταν το διαμάντι, ένας φύλακας έτρεξε προς το μέρος τους με προφανή αγωνία αλλά και ενθουσιασμό φωνάζοντας «Ο Ρω, ο Ρω παγιδεύτηκε στην κεντρική αίθουσα». Αυτό που βέβαια συνέβαινε ήταν ότι ο υποτιθέμενος Ρω ήταν ένας δεμένος φύλακας και ο φύλακας που έτρεξε να ειδοποιήσει τους μπάτσους δεν ήταν άλλος από τον αληθινό Ρω σε μια ακόμη μεταμφίεση. Κανένας δεν είχε δει το πραγματικό πρόσωπο του Ρω, πάντα δούλευε μεταμφιεσμένος και οι μεταμφιέσεις του ήταν ανώτερου επιπέδου ανεξιχνίαστες με μάσκες σιλικόνης και απαιτητικό μακιγιάζ, εφάμιλλο με παραγωγές Χόλιγουντ, το ταλέντο του να αλλάζει την φωνή του συμπλήρωνε την κάθε αμφίεση. Επίσης χρησιμοποιούσε εξελιγμένη τεχνολογία για να παγώνει τις εικόνες από κάμερες παρακολούθησης, να μπλοκάρει συστήματα συναγερμού κα.

Hope_Diamond

Την επόμενη μέρα σε όλες τις εφημερίδες μια κοροϊδευτική σέλφι του Ρω μπροστά στο διαμάντι στο μουσείο διακωμωδούσε την ανικανότητα της αστυνομίας. Φυσικά ο πραγματικός παραλήπτης της φωτογραφίας ήταν ο επιθεωρητής Φουρώ… Αυτό που εξόργιζε ακόμη παραπάνω τον επιθεωρητή ήταν το πόσες φορές είχε δει τον κ. Ρω από κοντά και μάλιστα συνομιλήσει μαζί του ενώσω ο Ρω ήταν μεταμφιεσμένος. Ο ευγενικός μεσήλικας κηπουρός που δούλευε αρκετούς μήνες στην έπαυλη ενός βιομηχάνου και μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας του Ρω στην μυστηριώδη κλοπή ενός πανάκριβου μενταγιόν, τον οποίο μάλιστα ο επιθεωρητής Φουρώ είχε ανακρίνει, δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Ρω, ωστόσο ο Φουρώ είχε καταλάβει την ταυτότητά του πολύ αργά, όταν αυτός είχε πια εξαφανιστεί. Το ίδιο με έναν παχουλό φύλακα security, έναν φαλακρό κοσμηματοπώλη, μια ηλικιωμένη κουβερνάντα, έναν ψυχίατρο, τον –ανύπαρκτο- δίδυμο αδερφό ενός πολυεκατομμυριούχου, έναν μάγειρα γιοτ, έναν παπά και μια ηλικιωμένη κυρία σε ένα συμπόσιο συλλόγου αποφοίτων ενός γυναικείου κολεγίου αστικής τάξης. Κάθε δουλειά του κ. Ρω ήταν ένα κομψοτέχνημα, ήταν προσεγμένα μεθοδική, με αρχική συλλογή γνώσεων του περιβάλλοντος και πολλές φορές απαιτούσε προετοιμασία πολλών μηνών. Το θράσος του κ. Ρω έφτασε μάλιστα στο σημείο κάποια στιγμή να υποδυθεί τον ίδιο τον επιθεωρητή Φουρώ προκειμένου να πείσει έναν πλούσιο συλλέκτη να ελέγξει το σύστημα ασφαλείας που προστάτευε δύο πίνακες συνολικής αξίας 90 εκατομμυρίων, καθώς είχε υποψίες για το επόμενο χτύπημα του κ. Ρω, και με αυτό τον τρόπο να αντικαταστήσει με απίστευτη μαεστρία τους δυο πίνακες με δυο αφίσες του Banksy*!

Παρόλο που ο Ρω ήταν μελετημένα παράτολμος και τα σχέδιά του βασίζονταν στην μελέτη της ανθρώπινης ψυχολογίας υπήρξαν και στιγμές που βρέθηκε εκτεθειμένος σε κάποιον φύλακα με κίνδυνο να παγιδευτεί, όμως φαίνεται η γοητεία που εξέπεμπε έκανε τους φύλακες να του αφήνουν πάντα ένα μικρό περιθώριο για να ξεφεύγει. Ήταν άλλωστε ένας ήρωας, κανείς δεν λυπόνταν τα πλούσια θύματά του και με μέρος από τα κέρδη του χρηματοδοτούσε μη κυβερνητικές και εθελοντικές οργανώσεις που ασχολούνταν με την φτώχια, τους πρόσφυγες, με υποτροφίες σε φτωχούς φοιτητές κα. Ήταν ένας σύγχρονος Ρομπέν των δασών…

Το κυνηγητό του κ. Ρω πρόσφερε στον επιθεωρητή μια έξαψη δημιουργικής λύσης γρίφων αλλά καθώς κάθε φορά οδηγούσε σε μια ακόμη αποτυχία συνδέονταν συνήθως και με μια μεγάλη απογοήτευση. Σαν να γνώριζε  αυτήν την ψυχολογική πραγματικότητα του επιθεωρητή Φουρώ, ο κ. Ρω φρόντιζε πάντα να αφήνει κάποιο στοιχείο, μια ένδειξη, άλλες φορές και έναν γρίφο… Η περίεργη παρτίδα σκάκι του Ρω με τον επιθεωρητή Φουρώ ήταν ένα είδος παράδοξου τανγκό των δυο τους, με τον κ. Ρω να είναι πάντα ένα βήμα πιο μπροστά, αυτή τη φορά όμως το πράγμα είχε παραγίνει, ο Φουρώ ήταν απαρηγόρητος για την νέα του αποτυχία. Μετά το πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες, τον έπνιγαν τα ρούχα του όλη μέρα, είπε στους συναδέρφους του ότι θα βγει για μια βόλτα να ξεσκάσει, εκείνοι έδειξαν κατανόηση…

Οι μεταμφιέσεις του κ. Ρω είχαν γίνει σχεδόν ψύχωση στον επιθεωρητή. Θυμόταν τις ώρες που είχε ξοδέψει στο να παρατηρεί τους επισκέπτες του μουσείου. Ο κάθε ένας από αυτούς θα μπορούσε να είναι ο κ. Ρω, σκέφτονταν. Το γεγονός ότι τόσες φορές είχε φτάσει τόσο κοντά κόντευε να τον τρελάνει. Αυτό που τον θύμωνε ακόμη περισσότερο ήταν ότι κάθε συνάντηση του με τον κ. Ρω ήταν ένα τρολάρισμα του κ. Ρω προς αυτόν, και κάθε φορά η «πλάκα» που έσπαγε ο κ. Ρω ήταν ακόμη και πιο χοντρή… Αν δεν ήθελε να γελοιοποιείται περισσότερο θα έπρεπε να τα παρατήσει, ας το αποφασίσει λοιπόν, ο κ. Ρω τον είχε νικήσει, όταν παίζεις θα πρέπει να αποδέχεσαι ότι μπορεί και να χάσεις… Άλλωστε δεν ήταν και κανας άχρηστος, κατά τα άλλα ήταν ένας πολύ καλός ντεντέκτιβ καθώς είχε λύσει πολλές άλλες υποθέσεις.

Με αυτές τις σκέψεις ο επιθεωρητής Φιλίπ Φουρώ και καθώς είχε αρχίσει να δύει, πήρε το αμάξι και κατευθύνθηκε προς το αγαπημένο του στέκι, ένα μπαρ-καφέ που είχαν ανοίξει δυο παλιοί συμμαθητές και φίλοι του. Κάθισε στην μπάρα και παρήγγειλε μια μπύρα… Ούτε κατάλαβε πως πέρασε η ώρα, χαμένος στις σκέψεις του αναστοχάζονταν όλη του τη ζωή, το διαζύγιό του, την καριέρα του από απλός μπάτσος σε επιθεωρητής, τη μοναξιά που ένιωθε τελευταία. Το μπαρ είχε γεμίσει, ήταν μια ζεστή Πέμπτη του Μαΐου και ο επιθεωρητής ένιωθε πια την γλυκιά και απελευθερωτική ανακούφιση από τις έγνοιες που του πρόσφερε η ζαλάδα από τις κρύες μπύρες. Δίπλα του στην μπάρα μια προβληματισμένη γυναικεία ύπαρξη ασχολιόταν ανήσυχη με το κινητό της, σε λίγο δέχτηκε ένα τηλεφώνημα, ο επιθεωρητής χωρίς να το επιδιώξει άκουσε τις τελευταίες λέξεις του διαλόγου: «σε σιχαίνομαι, δεν θέλω να με ξαναπάρεις τηλέφωνο ποτέ!». Ούτε που θυμόταν από πότε είχε να φλερτάρει ο Φουρώ, όμως εκείνη τη στιγμή ένιωθε μια ξαφνική τρυφερότητα προς εκείνη την γυναίκα, το πιθανότερο μια πληγωμένη ύπαρξη, μόνη στις σκέψεις της όπως και αυτός, ίσως και μόνη στη ζωή…

Της μίλησε. Την έλεγαν Τζέσικα, δεν είχε ιδέα για το ποιος ήταν ο επιθεωρητής και αυτό ελάφρυνε τον Φουρώ. Η Τζέσικα ήταν δυνατός άνθρωπος, ορειβάτρια, είχε αναρρώσει από ένα σοβαρό ατύχημα που την είχε καθηλώσει σε αναπηρικό καροτσάκι. Οι γιατροί της έδιναν λίγες πιθανότητες να ξαναπερπατήσει, όμως αυτή μέσα από πεισματική προσπάθεια φυσιοθεραπείας και ασκήσεων είχε καταφέρει να αποκατασταθεί πλήρως. Το ατύχημα όμως της είχε κοστίσει τον αρραβωνιαστικό της και μερικούς φίλους που την είχαν εγκαταλείψει… Ο Φουρώ της διηγήθηκε και την δική του ιστορία, τώρα που την έβλεπε μέσα και από τα μάτια της Τζέσικα του φαινόταν λιγοψυχία να παρατήσει το κυνήγι του κ. Ρω. Η Τζέσικα είχε εμφανιστεί σαν ένας οιωνός, τον είχε γεμίσει αισιοδοξία και κουράγιο για να συνεχίσει, μέσα στην συζήτηση ξαφνικά του ήρθε στο μυαλό ένα ακόμη στοιχείο για τον κ. Ρω. Δεν θα τα παρατούσε. Η βραδιά συνεχίστηκε με νέες κρύες μπύρες και μετά σφηνάκια και βέβαια με την παρέα της Τζέσικα. Δεν άργησε να πέσει και ένα παθιασμένο υγρό γαλλικό φιλί. Η Τζέσικα φυλούσε πολύ ωραία. Με μπόλικο πάθος σε μια στιγμή δάγκωσε ελαφριά το χείλος του Φουρώ. Αυτό τον πόνεσε λιγάκι αλλά όχι τόσο που να ξενερώσει. Της είπε ότι έπρεπε να πάει στην τουαλέτα μια στιγμή, αφού από τις πολλές μπύρες κατουριόταν πολύ ώρα αλλά κρατιόταν. Όταν έπλενε τα χέρια του κοιτάχτηκε για μια στιγμή στον καθρέφτη. Ήταν τόσο όμορφο αυτό που ζούσε, σχεδόν απίστευτο!

Γύρισε στο μπαρ για να βρει ότι η Τζέσικα είχε εξαφανιστεί. Ρώτησε τον μπάρμαν με αγωνία και φόρεσε το σακάκι του έτοιμος να την ακολουθήσει. Εκείνος του είπε πως μόλις είχε πάει στην τουαλέτα αυτή έφυγε βιαστικά, όμως του φάνηκε να ψάχνει κάτι στο σακάκι του. Έβαλε το χέρι του με αγωνία στην αριστερή του τσέπη… Κρύος ιδρώτας έλουσε τον επιθεωρητή ενώ με φρίκη έβγαλε το περιδέραιο του διαμαντιού Hope χωρίς το διάσημο διαμάντι… Υπήρχε και ένα σημείωμα: «Μη τα παρατήσεις ρε φλώρε μπάτσε, τώρα που έχει και τόση πλάκα!» και υπογραφή «Ο αγαπημένος σου κ. Ρω ή… Τζέσικα…» συνοδευόμενο με ένα φιλί με κόκκινο κραγιόν…

Αυτή την φορά ο κ. Ρω το είχε πραγματικά παρακάνει! Του την είχε σκάσει για χιλιοστή φορά… Το τρολάρισμα και η καφρίλα του δεν είχε εντελώς κανένα όριο! Βέβαια ποτέ κανείς δεν θα μάθαινε για αυτό το περιστατικό, σκέφτηκε ο επιθεωρητής ο οποίος κατά βάθος θαύμαζε τον κ. Ρω χωρίς να το ομολογεί στον εαυτό του. Καθώς φανταζόταν το πώς θα δικαιολογούσε την ανακάλυψη και επανάκτηση του διάσημου περιδέραιου, του ήρθε ξανά στο μυαλό το φιλί με την Τζέσικα, γνωρίζοντας όμως τώρα ότι φιλιόταν στην πραγματικότητα με τον κ. Ρω! Μισούσε με όλη του την ύπαρξη και ακόμη παραπάνω τώρα τον κ. Ρω… Μέσα στα χαλαρά όρια αυτοσυγκράτησης που του επέτρεπε το μεθύσι και η δυνατή μουσική, έκανε να κραυγάσει με όλο του το θυμό αυτό το βαθύ του μίσος σε κατάρες, την ώρα που η μουσική για κάποιο ανεξήγητο λόγο σταμάτησε απότομα… αυτό που ακούστηκε όμως, και μάλιστα καθαρά σε όλο το μαγαζί, ήταν…

– Τον Αγαπώ!!! Είναι Τόσο μα Τόσο Γαμάτος!!!

 

Advertisements