ωδή στη λεκτική πεζοδρόμηση

Έξω ήταν το Σάββατο βράδυ. Η μουσική, η διασκέδαση, οι παρέες, οι δυνατότητες γνωριμιών. Αυτός μέσα, μόνος, στο σαλόνι του, μπροστά από το λάπτοπ, προσπαθώντας να γράψει. Πασχίζοντας να στύψει το μυαλό του για να δημιουργήσει κάτι πρωτότυπο και συνάμα τεχνικά άρτιο. Η συμμετοχή σε λογοτεχνικό διαγωνισμό περιωπής ήταν μια ασφαλής δίοδος -όπως πίστευε- που θα τον ανέδυε από την αφάνεια και την απρόσωπη μάζα.

Δεν είχε καταφέρει ούτε πρόταση εδώ και ώρες. Αυτός όμως εκεί, γαντζωμένος από την πολύτιμη προσωπική του εμμονή. Η δημιουργικότητα ήταν η διέξοδός του, η υπαρξιακή δικαίωση στα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματά του, η ανατροφοδότηση ενός ενδότερου ναρκισσισμού που τον προστάτευε από την βύθιση στην κατάθλιψη και την ασφυξία στα στάσιμα νερά της απραξίας που τον έσερνε καιρό τώρα η καταραμένη ανεργία. Αγία ανεργία και ευλογία ελεύθερου χρόνου όμως: αν τα κατάφερνε στον διαγωνισμό. Οι σκέψεις ότι τελικά θα ήταν άδικος κόπος, ότι τίποτε της προκοπής δεν θα μπορούσε να συνθέσει πολεμούσαν να καταλάβουν το μυαλό του για να τον παρασύρουν στην παραίτηση και στη ματαίωση της προσδοκώμενης διάκρισης.

Τώρα άρχιζε να κουράζεται να περιμένει να του κατέβει κάτι. Έπρεπε να δράσει. Είχε αποφασίσει να γράψει για την πόλη, την αποξένωση, τη μοναξιά και το τέλμα αλλά να καταλήξει πρωτότυπα σε κάτι αισιόδοξο. Αποφάσισε ότι το καλύτερο θα ήταν να διαβάσει τα πιο περίτεχνα κείμενα άλλων, ανεξάρτητα θέματος, να ακολουθήσει τις αναπνοές των συγγραφέων τους, κι ας μην καταλαβαίνει μερικές φορές Χριστό. Όχι για να τους μιμηθεί, αλλά για να τους κλέψει δημιουργικά, να τους μεταβολίσει σε προσωπικό ύφος. Έψαξε και διέκρινε παραγράφους από ετερόκλητα κείμενα που είχαν αυτό το «κάτι», το ποιητικό, το αφηρημένο συμβολικά, το ακαταλαβίστικο. Τις εκτύπωσε με μικροσκοπική γραμματοσειρά σε λίγες σελίδες και βάλθηκε να τις μελετά.

Πόση ομορφιά, συνέπεια, αρμονία, τέχνη. Έγειρε πίσω. Ποτέ δεν θα τα κατάφερνε όπως αυτοί. Αυθόρμητα αναζήτησε να καπνίσει, να ξεχαστεί, να καθαρίσει, να δώσει χρόνο. Ο καπνός του έφτανε μόνο για ένα τσιγάρο, ίσως ενάμιση. Χαρτάκια όμως; Κατάρα, δεν του είχε απομείνει ούτε ένα. Κοίταξε με το πιο κενό βλέμμα τον απέναντι τοίχο.

Τότε του ήρθε η ιδέα. Όχι να γράψει, ούτε να βγει ως το ψιλικατζίδικο… Η ματιά του γυάλισε από την έξαψη μιας τρελής έμπνευσης. Ευθύς βάλθηκε να κόβει τις σελίδες σε λωρίδες, έχωσε τον καπνό μέσα, χαμογελούσε από αυτήν την βεβήλωση της ιερότητας των κειμένων, θα τσάκιζε την εξουσία τους με μια συμβολική παρόρμηση, μια ασύγκριτη εκδίκηση… Όταν τελείωσε με όλα τα κείμενα είχε φτιάξει ένα τσιγάρο χοντρό σαν πούρο, γύρω του ευδιάκριτες οι τυπωμένες λέξεις… το απαύγασμα της λογοτεχνίας! σκέφτηκε, καθώς το άναβε και τράβηξε λαίμαργα τις πρώτες τζούρες αφήνοντας έναν υπέροχο κινηματογραφικά αναστεναγμό…

Και ξαφνικά οι λέξεις στο πούρο πήραν να πυρακτώνουν, από μαύροι τυπωμένοι χαρακτήρες έγιναν πύρινα σύμβολα και φάνταζαν πανίσχυροι μαγικοί χρησμοί, όρμησαν στα πνευμόνια του και τον κυρίεψαν, έπειτα τις είδε να πετούν παντού στο δωμάτιο, έκανε να πιάσει κανα δυο μα του ξεγλίστρησαν σαν αιθέριες φυσαλίδες.

…όλα: μηρυκασμοί τραυματισμένων κυματισμών, διολισθήσεις μνημειακών ψυχισμών, το τελευτόνιο μιας συμπαντικής ιχνηλασίας, η πάχνη της επιθήλιας χρωματοθυσίας, η αυτοτέμνουσα ασθμαίνουσα δερματικότητα… όλα ήταν εκεί… ποτέ δεν είχε βιώσει τέτοια μαστούρα…

writer

Advertisements