ο εαυτός

superman-punching-self

Είχα την ανάγκη να πάω όσο πιο μακριά γινόταν, λες και η χωρική απόσταση να σήμαινε και συναισθηματική αποφόρτιση. Ο καυγάς με την Στέλλα και τα προσβλητικά της λόγια στριφογύριζαν συνέχεια μεσ’ το μυαλό μου σαν ποπ κορν που σκάνε και πετάγονται σαν παλαβά. Έπρεπε να αποσπαστώ από όλες αυτές τις σκέψεις, να προσπαθήσω να ηρεμήσω, να σκεφτώ καθαρά. Το ίδιο δίλλημα ανέτειλε ξανά: ένα μέρος μου (το οργισμένο) ήθελε να χωρίσω οριστικά και να απεμπλακώ από αυτή την συμπλεγματική νευρωτική σχέση, να δώσω το οριστικό της τέλος, ενώ ένα άλλο να μείνω και να παλέψω για μια θετική αλλαγή, να τα βρω πρώτα με τον εαυτό μου, μετά να αποσβέσω την ασυναρτησία, την άσκοπη βία και το ψεύτικο δράμα, να ξαναβάλω αγάπη στον κινητήρα της σχέσης… ως τον επόμενο καυγά όμως; μπορεί…

Κάπως έτσι πήρα την φωτογραφική μηχανή και τράβηξα προς την λίμνη του Αγ. Βασιλείου να φωτογραφίσω κανα πτηνό. Προχώρησα αρκετά με την μοτοσυκλέτα εκτός δρόμου αρκετά κοντά στην όχθη, έσβησα και ξεκαβαλίκεψα. Είναι πανέμορφα αυτή την εποχή, έρχονται διάφορα είδη αποδημητικά, τα θέματα μου για κάποιες καλλιτεχνικές φωτογραφίες. Προχωρούσα χωρίς να το καταλάβω για πάνω από σαράντα λεπτά όταν βγήκα σε ένα ξέφωτο που τελείωνε ένας μικρός χωματόδρομος. Μια ομάδα από αγριόπαπιες πλησίαζε την όχθη από τα αριστερά μου, κρύφτηκα πίσω από έναν θάμνο και περίμενα με το δάκτυλο στο κουμπί και το χέρι στο ζουμ του φακού για την πιο αριστουργηματική φωτογραφία της μέρας…

Όταν είχα πλέον την ασύλληπτη ομορφιά της φύσης τέλεια εστιασμένη στο κάδρο μου ένας ξαφνικός θόρυβος από αμάξι που έρχονταν με μεγάλη ταχύτητα τάραξε την ηρεμία του τοπίου, οι πάπιες τρόμαξαν και πέταξαν μακριά. Έμεινα εκεί να κοιτάζω αποσβολωμένος καθώς από ένα ασημί τζιπάκι έβγαινε ένας τύπος σαραντάρης, μαυρισμένος, με λευκά λινά ρούχα. Άνοιγε ένα μικρό χαλάκι, αρκετά μέτρα πιο κάτω, και κάθονταν οκλαδόν με κλειστά μάτια… γιόγκα στο ηλιοβασίλεμα!… ευτυχώς που δεν ήταν  γκάνγκστερς που ανταλλάσουν ναρκωτικά δε λες σε τέτοια ερημιά…

Σηκώθηκα και περπάτησα λίγα μέτρα χωρίς να έχω πρόθεση προφανώς να χαλάσω την περισυλλογή και τον διαλογισμό του τύπου, έβγαλα μια δυο φωτογραφίες την λίμνη, αυτός αμέσως με αντιλήφθηκε:

–Καλησπέρα φίλε μου,

-Καλησπέρα, συγνώμη αν σε τρόμαξα, βγάζω καμιά φωτογραφία έτσι, τα πουλιά και το τοπίο…

-όχι μη στενοχωριέσαι

-κάνεις διαλογισμό; Ρώτησα νιώθοντας την σκέψη «ωχ θα μας πρήξει ο μαλάκας» που θα μπορούσα να του προκαλέσω, και τι δεν θα έδινα να διώξω κάποιες σκέψεις από το μυαλό μου…

-ε λοιπόν έλα. Σηκώνεται και φέρνει ένα άλλο χαλάκι, το στρώνει διαγωνίως μπροστά του. Έλα θα σου δείξω.

-γιατί όχι. Προχωρώ και κάθομαι οκλαδόν όπως αυτός, έχει δυο υπέροχα απίστευτα γαλήνια πράσινα μάτια.

-με λένε Χρήστο, Λέει

-εγώ είμαι ο Άρης

-στάσου έτσι όπως εγώ. Σε νιώθω να έχεις πολύ ένταση, νιώθω πολύ αρνητική ενέργεια, ίσως θυμό

-ε ναι η ζωή μου δεν είναι και ότι καλύτερο…

-τι σε δυσαρεστεί;

-θα άλλαζα πολλά πράγματα αν γίνονταν

-είσαι τόσο σίγουρος;

-ναι, απολύτως

-θα ήθελες να σου δινόταν η ευκαιρία να αλλάξεις κάτι;

-εννοείται αλλά δυστυχώς αυτά δεν γίνονται…

-ε λοιπόν μπορώ να σου δώσω την ευκαιρία να το κάνεις. Σηκώνεται και βγάζει κάτι σαν κιμωλία. Σου φαίνεται εντελώς απίστευτο αλλά θα πρέπει να με πιστέψεις. Θα σου ανοίξω μια πύλη που θα μπορέσεις να συναντήσεις τον εαυτό σου σε μια κρίσιμη στιγμή και να τον συμβουλέψεις, όμως οι συνέπειες θα είναι ολέθριες αν αλλάξεις κάτι στο παρελθόν, πρέπει να είσαι ιδιαίτερα προσεκτικός μπορεί ακόμη και να πάψεις ολότελα να υπάρχεις στο σήμερα. Η δεύτερη επιλογή λοιπόν που σου δίνεται είναι να περάσει από την πύλη ο μελλοντικός εαυτός σου και να σε συμβουλέψει αυτός για το μέλλον. Σχεδιάζει στον αέρα με μια κιμωλία μια πύλη, η γραμμή αποκτά μια αλλόκοτη λάμψη, μια πόρτα που κάνει την γύρω εικόνα σαν ένα ψεύτικο σκηνικό, μια εικόνα που μόνο στο Photoshop θα μπορούσε να χρεωθεί και ποτέ στην πραγματικότητα…

-θα προσκαλέσω στον μελλοντικό εαυτό μου καλύτερα…

-όμως να ξέρεις ότι θα είναι για τρία λεπτά μόνο… οκ; Ωραία, θα πάω να τον προετοιμάσω και να στον φέρω, θα χρειαστώ μόνο τρία λεπτά του εδώ χρόνου. Βγαίνει και η πύλη κλείνει, έπειτα σε περίπου τρία λεπτά η πύλη ξανανοίγει, ο εαυτός μου προβάλει γκριζομάλλης και ταλαιπωρημένος… του χαμογελώ αμήχανα. Για μια στιγμή  με κοιτάζει ανέκφραστος. Ξαφνικά ορμάει πάνω μου και με σηκώνει από τον γιακά:

-γιατί ρε μαλακισμένο πίνεις συνέχεια; Το ξέρεις ότι καταστρέφεις το συκώτι μου; ούτε γυμναστική, ούτε υγιεινή διατροφή που νομίζεις ότι θα βγάλει;

-ξέρεις έχω καιρό τώρα σκοπό να γραφτώ σε ένα γυμναστήριο…

-σκάσε ρε, σιγά να που θα γραφτείς δέκα χρόνια, που καπνίζεις δυο πακέτα την μέρα… σταμάτα και άκου με καθυστερημένε, μη τολμήσεις και ξαναπάς στο καζίνο, μην τολμήσεις, κάθεσαι σαν βλάκας και χάνεις τα λεφτά σου; τα λεφτά μου είναι, δε μου έχεις αφήσει τίποτε, μου έχεις καταστρέψει την ζωή, βλαμμένε!

-ε θα ήθελα να…

-και την άλλη την ηλίθια την γκόμενα τι την ήθελες ρε; Την είδες και γόης; Το ξέρεις ότι πληρώνω τα λάθη σου ρε; Τα ποτά και τα ξενύχτια σου… δεν μπορείς να διανοηθείς πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα αν δεν ήσουν τόσο παλιομαλάκας!

(…)

-Τα τρία λεπτά τελείωσαν (μέσα στα ασταμάτητα μπινελίκια) είπε ο γιόγκα τύπος και μάζεψε τον εαυτό μου, πρέπει να πηγαίνεις, και τον έστειλε από την πύλη ξανά πίσω στο μέλλον (back to the future ναι, κλεμμένη ατάκα αλλά εγώ την απογείωσα…).

Μετά ο τυπάς γιόγκα γυρνάει προς εμένα:

-είσαι καλά;

-ναι, εντάξει…

Όμως δεν ήμουν και πολύ εντάξει, τι να του έλεγα όμως; …τον πούστη τον εαυτό μου με τάραξε στην σφαλιάρα… με ζαμπάκιασε στο ξύλο και στο βρίσιμο… είναι αυτοί τρόποι; καμία αίσθηση συνεργασίας και ομάδας με τον παλιό του εαυτό… λες και για όλα θα φταίω πια εγώ,  τι να πεις όμως…  μαλάκες παιδί μου…

Advertisements