θα πέσει ξύλο

Πάλι συναισθηματικά ξέμπαρκος, Μάρτιος, δουλειές, γνώριμη κατάσταση του «θα βάλω πρόγραμμα». Γυμναστήριο τα απογεύματα τρεις φορές την βδομάδα και θα το κρατήσω. Να γεμίζω χρόνο, δραστηριότητα, η ίδια άχρωμη κατάσταση, ήπιο μπακουρο-γκίζο… όχι μεγάλες συναισθηματικές συγκινήσεις… σαββατόβραδο και δε με τρομάζει πλέον και τόσο, παλιότερα αγχωνόμουν, εντάξει βγήκα, γιατί το να μείνω μέσα είναι ελαφρώς πιο μιζέρια, «έξω είναι οι δυνατότητες» όπως έχω μαθητεύσει τον εαυτό μου να λέει. Ξενέρωτο εναλλακτικόδήθεν μπαράκι με ένα φιλαράκι, παρατηρώ κάτι ψώνια με κάτι κουρέματα που να τα κλαίνε οι ρέγγες, για τα ρολόγια στο χέρι δε το συζητώ, κατά τα άλλα ίδια αδιάφορη κατάσταση, πεταμένος χρόνος, αν είναι να μην εμφανιστεί κανένα ενδιαφέρον ας περάσει τουλάχιστον η ώρα…

Είχα χωρίσει από μια σχέση τριών χρόνων πάει ενάμιση χρόνος, είχα συνέλθει πλήρως από καιρό αλλά μόνο κατά το καλοκαιράκι είχα μια σχέση άτυχα βραχυπρόθεσμη αλλά σίγουρα παθιασμένη οπότε τώρα πίσω στην βαρεμάρα της μοναξιάς, ή της μοναχικότητας καλύτερα και χλιαρά ξανά τα αίματα. Γνώριμο σενάριο για Σάββατο, γυρίζω νωρίς, ανοίγω υπολογιστή, ίσως λίγα ψεύτικα βυζιά στο ίντερνετ -όσοι λένε ότι δε μπανίζουν ποτέ λένε ψέματα- λίγες σελίδες από το βιβλιαράκι μου και ύπνος… ωραία ζωή ε; μάλλον έχω πεθάνει και δεν μου το έχουν πει, ωστόσο όσο κρατιέμαι ανώφελα δραστήριος it’s ok… το επόμενο πρωινό εκείνης της κυριακής, όμως έμελε να είναι εντελώς κουφό. Πέφτει τηλέφωνο κατά τις 10

έλα ρε μάστορα τι κάνεις;  ήταν ένας φίλος από αυτούς που χάνονται και ξαναεμφανίζονται απροσδόκητα…

που χάθηκες μωρέ παπάρα εσύ;

-ε φίλε ναι όντως χαθήκαμε, λοιπόν κανονίζω καφεδάκι με παρέα, έχει πολύ ωραία μέρα και δε λέει να την χάσουμε. Σε τρία τέταρτα στην παραλία εκεί στο παρκάκι

-έγινε

Μου φαινόταν τόσο κουραστικό αν έπρεπε να κάνω προσπάθεια να περάσω ωραία σε μια άγνωστη παρέα με τον κάθε μπαρούφα που πιεζόμουν να συμπαθήσω, ομολογώ ότι ήθελε πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια και κοινωνικές δεξιότητες από το να κάτσω να διαβάσω την εφημεριδούλα μου ή το βιβλιαράκι μου και απλά να αράξω. Δυσανασχετούσα ωστόσο, η λιακάδα έξω με τραβούσε από τα μαλλιά. Και άσε μου είχε τελειώσει και το γάλα για το φραπέ…

Και ναι, ήταν εκεί που την ξαναείδα. Όταν κοιτάζεις ένα τέτοιο κορίτσι έρχεσαι αναγκαστικά μπροστά στην διαπίστωση ότι το εύχρηστο σου «εντάξει, δεν έχω ανάγκη καμία για να είμαι καλά» είναι το πιο οικτρό ψέμα, κάτι που επιμελώς -για λόγους ψυχικής οικονομίας- όταν είσαι μόνος προσπαθείς αγωνιωδώς να κρύψεις. Όταν το κορίτσι είναι και η Βικτόρια, η συγκεκριμένη που τυχαίνει να είναι απλά ΟΥΑΟΥ!, τότε δεν έχεις πραγματικά καμιά ελπίδα. Το μόνο που σου απομένει είναι τουλάχιστον να απολαύσεις το δέος που νιώθεις μπροστά σε αυτήν την είσοδο σε ένα πανέμορφο παραδεισένιο -ωστόσο ανέγγιχτο και άδυτο για εσένα- σύμπαν, εκεί που είσαι μαζί της, και είναι και γαμώ γιατί απλά είστε εκεί μαζί, δε σε νοιάζει τίποτε άλλο… τόλμα να πεις ξανά ότι είσαι αυτάρκης στον εαυτό σου και έχεις να φας πολλές μούντζες… αντίκρισέ την, αποδέξου ότι ζεις μέσα στη θλιβερή στέρηση και σκάσε…

Ήταν μια παλιά γνωστή η Βικτόρια, από το προηγούμενο μου σχολείο, στην πρώτη λυκείου θυμάμαι την είχα πρωτογνωρίσει, βρεθήκαμε σε κοινές παρέες ένα διάστημα, αργότερα στα πανεπιστήμια την έβλεπα σποραδικά και που. Ποτέ δεν έχασε την εφηβική αίγλη και την λάμψη της για εμένα, φοβερό κορίτσι που σου εμπνέει σεβασμό, όχι σαχλοκούδουνο… δεν θυμάμαι τώρα αν ήταν το καλοκαίρι που είχαμε δώσει πανελλήνιες ή στο πρώτο έτος, πάντως θυμάμαι ότι είχα γνωρίσει πολύ κόσμο τότε. Είχα γυρίσει στην πόλη, τέλη Αυγούστου πρέπει να ήταν και από όλες τις γνωριμίες είχα αποφασίσει ολόψυχα (με ποσοστό συμμετοχής 100%  λογική + συναίσθημα) ότι η πιο σούπερ κοπέλα ήταν η Βικτόρια, και με διαφορά. Τότε δεν είχαμε κινητά, οπότε μάλλον είχα βρει το τηλέφωνο του σπιτιού της από τον κατάλογο. Μια βδομάδα προπονούμουν τι θα πω, πως θα την καλέσω να βγούμε, που θα πάμε, τι θα φάμε, τι θα πιούμε, τι θα λέω, πως εκείνο; πως το άλλο;… μη γελάτε είναι εξοντωτική διαδικασία και πρέπει να πιστέψεις ισχυρά στην επιτυχία. Διάβαζα και λογοτεχνία τότε και ένοιωθα την ευγλωττία μου σε καλό επίπεδο, ήμουν αξιόμαχος θεωρούσα. Από παντού βέβαια φύτρωναν σκέψεις του τύπου «δεν είναι για σένα», «σιγά να μη βγει μαζί σου», «απλά δεν είναι στο επίπεδό σου δικέ μου» κτλ… τις ξερίζωνα όμως. Η κορύφωση και η κατάληξη του δράματός μου; Διήρκεσε κάτι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα… φέσι και βατερλό που δύσκολα το αφηγείσαι και δεν νοιώθεις τόσο χέστης: «Καλησπέρα, μήπως είναι εκεί η Βικτόρια;» «όχι δεν είναι, έχει βγει έξω, θες να μου πεις το όνομά σου να της πω όταν γυρίσει;», «εντάξει, δε πειράζει ευχαριστώ». Μεγαλείο! Ακόμη αναρωτιέμαι αν ο αδερφός της της είπε τίποτε όταν την ξαναείδε, ή άμα η μνήμη του επέλεξε να διαγράψει το περιστατικό του τηλεφωνήματος με την φοβισμένη φωνή ενός αποτυχημένου που ήθελε μάλλον να βγει και με την αδερφή του, μη χέσω… μετά τίποτε παραπάνω ξανά, καμιά προσπάθεια, παραίτηση, δικαιολογίες, δειλία, μυξιές και αυτοπεριφρόνηση… γαμώτο, ποτέ δε θα μάθω τι θα συνέβαινε, επέλεξα όμως να καθησυχάζομαι επιμελώς από την αστήριχτη βεβαιότητα της αρνητικής εξέλιξης σε μια ενδεχόμενη μου προσπάθεια…

Και τώρα ήταν μπροστά μου. Πως γίνεται και μερικές φορές κάποια απλά δε σε βλέπει; Δεν σε αναγνωρίζει, Δεν υπάρχεις στο οπτικό της πεδίο, στο ραντάρ, το βλέμμα σε διαπερνά σαν να ήσουν διάφανος, έτσι ένοιωθα… την είχα δει από μακριά να έρχεται εκεί στο ραντεβού με όλους τους άλλους και ένοιωσα αμέσως τους σφυγμούς να ανεβαίνουν…

-Α γεια σου Νικήτα τι κάνεις; χαμόγελο…

«Τι κάνω; Τι κάνω; Παθιάζομαι και φουντώνω μόνο που σε βλέπω, νιώθω τις δημιουργικές μου δυνάμεις να ξυπνάνε, με ένα σου βλέμμα γίνομαι ποιητής, με ένα σου χαμόγελο εκτοξεύομαι στο διάστημα και μπαίνω σε τροχιά, τα μέσα μου ανθίζουν λουλουδιάζουν και ευωδιάζει η άνοιξη, κοιτώ το ποθητό σου θηλυκό κορμί και ηλεκτρίζομαι ολόσωμα, ανατριχιάζω, συγκλονίζομαι από την πανίσχυρη έλξη του πεδίου σου, κοιτώ τα χείλη σου και βουτάω σε θάλασσες έμπνευσης, ταράζομαι και my heart misses a bit, όλα τα βιβλία και οι μουσικές που έχω αγαπήσει με πλημμυρίζουν, ο νους μου γεννάει εικόνες, ο ψυχισμός μου πάλλεται και το μυαλό μου φλέγεται…  διεγείρομαι, συνταράσσομαι τόσο πολύ σε όλα τα επίπεδα μόνο που υπάρχεις… μακάρι να μπορούσα να σου το περιγράψω πως είναι με λέξεις, μα ούτε ο μεγαλύτερος ποιητής δε θα μπορούσε όσο και αν το τολμούσε να εκφράσει το ανέκφραστο…»

Σιγά να μη τα έλεγα όλα αυτά βέβαια…

-μια χαρά, εσύ πως είσαι;

-ε καλά, τα ίδια…

Έκσταση επικοινωνίας; Μέθεξη; Απίστευτη επαφή; Εργοτάξιο γεφυρών επικοινωνίας; Κύματα ενθουσιασμού; Καλά τσουνάμι δε το συζητώ, μη πνιγούμε μόνο… Άσε…

Την είχαμε πέσει τελικά στο πάρκο με αυτήν την παρέα, στο γρασίδι, 7 άτομα ήμασταν, δεν ήταν άσχημα, μια αναλογία που μπορούν να συμμετέχουν όλοι στην ίδια συζήτηση ή να δημιουργηθούν επιμέρους συζητήσεις. ήμουν τυχερός, καθόμουν δίπλα της… σιγά σιγά μετά από αρκετή ώρα άρχισαν οι αποχωρήσεις. Ε λιώσαμε και στον ήλιο. Βαθμός δυσκολίας να μείνω μόνος μαζί της: απίθανα μεγάλος!

Αλλά ωστόσο συνέβη…

Η ερωτική προσέγγιση πρέπει να είναι κάτι σαν καλλιτεχνική δημιουργία. Έχω αναγνωρίσει τον εαυτό μου παλιότερα σαν εμπνευσμένο δημιουργό, όμως όταν αντικρίζω μπροστά μου μια τέτοια σπάνια στιγμή τελειότητας όπως η Βικτόρια, νοιώθω ότι κρύβω ταλέντο που δεν ήξερα ότι κατείχα και η πείνα μου για ποιητική έκφραση γίνεται αβάστακτα επιτακτική, ένας πυρετός που ανεβαίνει συνεχώς και τα μάτια υγρά, ίδια πανίσχυροι μαγνήτες, σκοτεινά και αχόρταγα να πετάνε σπίθες και να ψιθυρίζουν τον πόθο. Αλλά για να δημιουργήσω πρέπει να υπάρχει το βλέμμα της… κανένα έργο τέχνης δεν μπορεί να υπάρξει πέρα από τα μάτια του παρατηρητή του. Και να που εδώ ένοιωθα ότι είχα αραδιάσει όλη την πραμάτεια μου, τα πιο ακριβά κομμάτια, είχα αρχίσει τα ακροβατικά σαν τον κλόουν και αγωνιζόμουν να κινήσω το βλέμμα της, να προκαλέσω το ενδιαφέρον της… εκείνη όμως κοιτούσε αδιάφορη και ανέμελη από την άλλη μεριά. Το ήξερα ότι ήταν μόνη της εκείνο τον καιρό, έπρεπε όμως να με δει και αυτή απλά δε με έβλεπε… και τι υπονοούμενο δεν σκαρφίστηκα να ρίξω, και τι στοχευμένο χιούμορ δεν έκανα για να υπονοήσω το «ενδιαφέρομαι» το πόσο ποθητή είναι για εμένα… το βλέμμα της όμως παρέμενε αινιγματικά ανέκφραστο, συχνά τα μάτια της γελούσαν ωστόσο… καλό σημάδι μάλλον… οφείλω στον εαυτό μου να προσπαθήσω, να παίξω να ποντάρω, αν δεν ποντάρεις δεν κερδίζεις και έστω ας με απορρίψει θα ήταν καλύτερο από το να είμαι αόρατος, δεν είμαι κανένα άφυλο πλάσμα, την τύχη μου…

Σηκωνόμαστε. Φεύγουμε, τέλος χρόνου, time is over όπως έλεγε και στα ηλεκτρονικά, «και τι κατάφερες; οκ μπορεί να της έδειξες ότι ενδιαφέρεσαι [θα σε έχουμε στα υπ όψιν παλικάρι μου, άφησε ένα βιογραφικό αν δε βαριέσαι…]»

Άι στο καλό ρε, the future belongs to the brave η αδρεναλίνη μου ανεβαίνει, ο συνεσταλμένος έφηβος-παιδί μέσα μου που ζητιανεύει για λίγη τρυφερότητα, ευγενικός και φλώρος μέχρι βλακείας –ηττοπαθής και απαισιόδοξος που τρέμει την απόρριψη- τρώει μια γερή σφαλιάρα και τσακίζεται στο κενό, καιρός να αναδυθεί ο άντρακλας που αρπάζει αυτό που θέλει, που διεκδικεί την επιθυμία του, που μάχεται, που στύβει την πέτρα και άλλα τέτοια… ο μάτσο ρε παιδί μου… εντωμεταξύ έχω το ποδήλατο πιο κάτω στην παραλία και αυτή το αμάξι ψηλά προς την πόλη οπότε πρέπει να χωρίσουμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Μάλλον το σενάριο είναι αποχαιρετισμός και εις το επανειδείν με φιλάκι στο μάγουλο, γαμώ το “friendly zone” μου μέσα. Τώρα είναι η στιγμή, το timing, την αρπάζω πριν καν το καταλάβω και πριν καν το καταλάβει… αλλά το στόμα μου σταματάει μόλις ένα δυο εκατοστά από το δικό της… με κόβει με ευκολία…

-Νικήτα; ξαφνιασμένη.. και καλά..

Εγώ ακάθεκτος, προσπαθώ να την γραπώσω τρυφερά σα μικρό ελαφάκι, τόσο μοναδικά πανέμορφη.

Όμως τι σκατά;… ΩΧ! ξέχασα, ασχολείται άπειρα χρόνια με πολεμικές τέχνες… ευτυχώς προς το παρόν δεν έχει δοκιμάσει κάτι ακραίο, μάλλον θα την έχω κουφάνει, ναι υπάρχει και αυτός ο Νικήτας, ο διεκδικητικός, που είναι και πιο σέξι πώς να το κάνουμε;… δεν το περίμενε, ή την κερδίζω ή αλλιώς την πάτησα, θα φάω και ξύλο… κι εγώ όμως δεν είμαι κανας λαπάς. Είμαι σχετικά χειροδύναμος, όχι ότι θα το χρησιμοποιήσω βέβαια, αλλά αυτή έχει τεχνική που άμα θελήσει σε στέλνει για ραδίκια σε ντε τε (Dt δηλαδή απειροελάχιστο μάλλον χρονικό διάστημα που τείνει στο μηδέν κατά την επιστήμη της φυσικής…). Και πραγματικά απομακρύνει το δεξί μου χέρι με μια αστραπιαία λαβή και για λίγες στιγμές έχω ακάλυπτο τον δεξιό ώμο μου έτσι για άμα θέλει να με χτυπήσει, όμως αυτή μάλλον καταλαβαίνω ότι προσπαθεί να απομακρυνθεί, ξαναπροσπαθώ να την αγκαλιάσω, γελάω, είναι ένα παιχνίδι που δε ξέρω που θα καταλήξει, όμως το σίγουρο είναι ότι οι μάσκες έχουν πέσει και οι αμφιβολίες έχουν βρει δίκαιο θάνατο, και νομίζω ότι διακρίνω ένα αμυδρό χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη της…

–έλα σταμάτα τις βλακείες, θα νευριάσω… (χαμογελώντας με την χαζή κατάσταση)

Εντάξει μάλλον έχει καιρό να της την πέσει κάποιος που σχεδόν έχει ξεχάσει ότι υπάρχουν άνδρες, μόνο φλώροι, και λογικό γιατί ποιος τολμάει να την πέσει σε τέτοια γκόμενα, ξέρει ότι θα φάει τα μούτρα του, θέλει φοβερή αυτοπεποίθηση και μια δόση τρέλας σίγουρα… μπορεί οπότε να είμαι μια ευχάριστη έκπληξη, επίσης με εκτιμάει κάπως θεωρώ, δεν είμαι και κανας μαλάκας…

–δεν είναι βλακείες Βικτόρια, σε ποθώ, σε ποθώ από τότε που σε γνώρισα

–ξεκόλλα γιατί θα τις φας

Έχουμε μπλεχτεί σε μια στάση τελείως κουφή… τα χέρια μας είναι δεμένα και ακινητοποιημένα σε μια ισοπαλία δυνάμεων. Τα πρόσωπα μας πολύ κοντά… κάνω κίνηση να την φιλήσω ξανά, τραβιέται με δυσκολία προς τα πίσω…

-α ρε Νικήτα το ξέρεις ότι σε συμπαθώ αλλά…

-το ξέρω ότι το βράδυ δεν θα μπορώ να κοιμηθώ γιατί θα σε σκέφτομαι, το ξέρω ότι ο ψυχισμός μου θα πάλλεται για μέρες, ότι θα συναντάω την μορφή σου στα πάντα, ότι θα ταράζομαι όταν θα βλέπω κοπέλες να σου μοιάζουν, ότι αν δεν εκφράσω την επιθυμία μου θα γυρίσω σπίτι και οι τοίχοι θα περιμένουν να με πνίξουν, ότι είσαι όμορφη μέχρι δακρύων, ότι είσαι σπάνια και ξεχωριστή… ότι είσαι τόσο τέλεια ρε γαμώτο!.. έπρεπε να προσπαθήσω όμως, εντάξει με συγχωρείς, ήμουν άγαρμπος μάλλον, σε αφήνω αμέσως… όμως ξέρεις…

Χαϊδεύει τους καρπούς της από το μάλλον δυνατό μου πιάσιμο και προσπαθεί να ξαναβρεί την αναπνοή της. Μάλλον θα κοσμήσω το βιογραφικό μου με την πιο επική χυλόπιτα που έχω φάει ποτέ, τόσο χυλόπιτα που παρακάτω δεν έχει… ντροπιαστική κατάσταση, στα μπάζα δικέ μου… τζάμπα οι λεκτικές μου υπερβολές και οι συναισθηματικές μου ακροβασίες…

-άκουσε Νικήτα, δεν έχω χρόνο για τέτοια…

Βλέπω να δειλιάζει και να αμφιταλαντεύεται για λίγο οπότε στο εντωμεταξύ την έχω πλησιάσει τόσο που τα σώματά μας αγγίζονται

-Σσσσσσσσσσσσσ…

Η αποζημίωση από όλη αυτή την πάλη, το γλυκό μετά το τρόμαγμα, της χαϊδεύω τρυφερά τα μαλλιά, σκύβω και τα μυρίζω μεθυσμένος, πολύτιμες στιγμές, πολύτιμες γιατί είναι οι τελευταίες που θα έχω την ευκαιρία να ζήσω με τη Βικτόρια, δεν θα την φιλήσω αφού δεν το θέλει, το σέβομαι, αρκετά, το τέλος. Και μετά θα επιλέγει να με αποφεύγει διακριτικά… μάλλον με αφήνει γενναιόδωρα να την αγγίξω για λίγο πριν μου δώσει την χαριστική βολή, πριν η αξιοπρέπειά μου θα μου επιβάλλει το πρέπον της κατάστασης, να αποχωρήσω αμίλητος και με βήματα βαριά με πόδια ασήκωτα και τρεμάμενα…

Όταν παραδόξως με βουτάει και μου δίνει ένα πεταχτό σύντομο υγρό φιλί… Ουάου! Με κοιτάζει με ένα σκανδαλιάρικο χαμόγελο. Την ξανατραβώ για ένα πιο έντονο και παθιασμένο φιλάκι, ενώ αφήνει ένα μικρό αναστεναγμό απόλαυσης…

-αλήθεια τα νιώθεις όλα αυτά για εμένα;

-πολύ βαθιά

-ξέρεις… με άγγιξες, το εκτιμώ πολύ, θα βγώ ραντεβού μαζί σου… χι χι

                                         (………………the τέλος…………………)

Απορία; τελικά περνάει το ωμό ανδριλίκι και το πρωτόγονο πέσιμο με λίγο καλό μπλα μπλα; Πολλοί θα έλεγαν ότι έχει εκλείψει σήμερα… πως επέλεξε να εμφανιστεί άξαφνα σε έναν φλώρο σαν και εμένα; σε έναν ακίνδυνο; αποτελεί μυστήριον…   και πάλι όμως, είπαμε φλώρος φλώρος…

Είναι όμως να μη σου γυρίσει το μάτι…

Van Damme daughter

Εικόνα: (τι η Βικτόρια είναι αυτή της ιστορίας;) Μπα! Και καλύτερα να μην της την πέσετε έτσι άτσαλα γιατί είναι η κόρη του Βάν Ντάμ…!

Advertisements