Σίσυφος

touuut χτυπάει για πέμπτη φορά, γαμώτο, δε πρόκειται να το σηκώσει, πάλι θα χαθώ στον χαοτικό λαβύρινθο των υποθέσεων, αν βλέπει την αναγνώριση θα πρέπει να το κλείσω τώρα αμέσως, δε πρέπει να αντιληφθεί ότι επιμένω πολύ ώρα, αυτό θα βρωμάει απόγνωση, αν δε το ακούει όμως; σκατά, πάει κατά διαόλου, καλύτερα να μην αποφάσιζα να πάρω ποτέ, μα πως μπλέκω συνεχώς έτσι; χάνω και το κέφι μου, αν το σηκώσει σίγουρα θα έχω αμηχανία, ούτε ένα καλαμπούρι από αυτά που σκεφτόμουν δε θα μπορέσω να πω, θα παγώσω, θα κομπλάρω, θα κολλήσω… με δυο λέξεις;  απόλυτο φιάσκο… κλείσ’ το τώρα, κλείσ’ το αμέσως… blip, ουφ πάει… δε το σήκωσε… ήττα… έχει την αναπάντητη στο κινητό της όμως τώρα… ωχ, βλακεία… αμάν πια με αυτό το ρουφιανιλίκι των αναπάντητων στα κινητά, δηλαδή ήταν ανάγκη να ξέρει ποιος πήρε; αλλά και το να παίρνεις με απόκρυψη είναι και αυτό κάπως άκομψο…  

Όχι, όχι μη το σκεφτώ, μην αναρωτηθώ, όχι δεν έχει κανένα νόημα, δεν ξέρω τίποτε, δεν έχω το παραμικρό στοιχείο, το πάω να παγιδευτώ σε αυτόν τον κολλώδη ιστό άκαρπης ανώφελης σκέψης, όχι μηηηη.. «Γιατί; Γιατί δε το σήκωσε;» now enter f#cking hell και καλά να πάθεις… να μια διαδικασία που απλά κουράζει το μυαλό, δεν έχει καμία σημασία το τι θα υποθέσεις, το πόσες υποθέσεις θα κάνεις, απλά δεν έχεις αρκετές πληροφορίες να ξέρεις, το πιθανότερο είναι βέβαια αυτό που δε θέλεις να παραδεχτείς: δεν παίζει, απλά δεν ενδιαφέρεται… σίγουρα θα υπάρχουν και πιθανότητες να μην ισχύει αλλά… σκούρα τα πράγματα τώρα, δεν υπάρχει τίποτε, δεν υπάρχει πρόσωπο να εναποθέσω τις ελπίδες, τις προσδοκίες για λίγη τρυφερότητα, τώρα μόνο το κενό των προσδοκιών… οπότε; δε θα κάτσω να μιζεριάσω, no thanks, θα βγω μια βόλτα μόνος μου, θα είμαι έξω τουλάχιστον εκεί που υπάρχουν οι δυνατότητες, όχι μέσα στο σπίτι, δε θα κάτσω να σκάσω… ή μήπως να κάτσω μέσα είμαι και λίγο κουρασμένος…

…έλα ας μην ενθαρρύνουμε αυτήν την τρέλα της απογοήτευσης από τέτοιες καταστάσεις να μας χαλάσει το κέφι, εντάξει coolξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο, αυτή είναι, αυτή είναι, ναι… μπα που τέτοια τύχη, είναι ο Νώντας, ο κολλητός. –Έλα ρε, σε πρόλαβα; -Από τι; -Από το να γίνεις τρελή αδερφάρα, χι χι τι όχι; κρίμα ρε γαμώτο –Χο χο τι αστείο (ειρωνικά) –Ψόφια τα κέφια; άντε πες τι έγινε πάλι; -Τίποτε, πήρα την ξανθιά για να βγούμε –Και; -Ε δε το απάντησε ρε πούστη μου –Ε εντάξει ρε, μπορεί να έχεζε το κορίτσι χι χι περίμενε και συ λίγο, μπορεί να σε πάρει –Έλα ρε πριν από τρεις ώρες ήταν –Ε τότε τον πούλο, ξέχνα το, λοιπόν σου χω πολύ δελεαστική πρόταση εξόδου, πάμε, θα έχει και τρελά μωρά εκεί  –Και δεν πάμε –Μ’ αρέσεις… βαριόμουν ελεεινά αλλά δε μπορούσα να μείνω και μέσα…

και είναι ωραία εκεί, είναι μια δωρεάν συναυλία που διοργανώνει ο δήμος για την ευρωπαϊκή μέρα της μουσικής. παίζουν πολλά συγκροτήματα, έχει ωραίο κόσμο και φτηνές μπίρες, αχ καθαρό οξυγόνο, καθαροί ορίζοντες και που ξέρεις;… -λοιπόν πάω για καμιά μπίρα θέλεις; -όχι άλλη ρε συ; δεν θέλω να σε κουβαλάω… (…)

ωχ που είμαι; τι είναι αυτά τα ποδοβολητά; πω έχω φοβερό πονοκέφαλο και διψάω… δεν θυμάμαι εντελώς τίποτε, κενό, σαν να έχασα μια ολόκληρη μέρα, σαν να έχασα μια ολόκληρη βδομάδα… μάλλον είναι η επόμενη μέρα, σηκώνομαι κομμάτια, hung over, βαριά ψυχολογία, είναι Κυριακή, η χοντρή οικογένεια (είναι όλοι τους χοντροί..) από πάνω φωνάζουν πάλι σαν κρετίνοι, ω ρε πούστη μου, έχω κάτι να κάνω σήμερα; κάτι να με αγχώνει, να με κινητοποιεί; μπα τίποτε. Υπάρχει τίποτε για πρωινό; μπα πάλι τίποτε… ωραία, για να σκεφτώ, μια βόλτα για καφεδάκι και εφημερίδα θα ήταν ότι χρειάζεται. Παίρνω την μηχανή, σε δέκα λεπτά είμαι σε μέρος με δροσιά και θέα στην θάλασσα, σούπερ, δεν έχει κόσμο, όλοι έχουν πάει για μπάνιο, οι βλάκες θα φάνε και την κίνηση, πανέμορφο πρωινό και ησυχία, είναι self service (όπως και εγώ…), παίρνω καφεδάκι, νεράκι και την πέφτω.  

Διαβάζω ήρεμος την εφημεριδούλα μου, έχω αράξει και απολαμβάνω τον καφέ μου, αν είσαι μόνος εκπαιδεύεσαι να είσαι ανεξάρτητος, να κάνεις και να απολαμβάνεις πράγματα μόνος, δε κάθεσαι να στερείσαι επειδή δεν έχεις παρέα, πρέπει να αγαπάς τον εαυτό σου ακόμη και αν δεν υπάρχει κανείς άλλος να σε αγαπήσει, άλλωστε η  αγάπη και η συντροφικότητα δεν είναι απαραίτητα στοιχεία για την αίσθηση της ευτυχίας και της αυτοεκτίμησης, είδαμε και αυτούς με τις σχέσεις… μη χέσω… εντάξει η αλήθεια είναι ότι με τέτοια τσιτάτα παραμυθιάζω τον εαυτό μου, τον κρατώ ναρκωμένο μέχρι να αλλάξουν οι συνθήκες…

…ρουφηξιά, τελικά είναι μικρές απολαύσεις η ζωή, ώσπου εκεί, στο αναπάντεχο, εμφανίζεται μια τύπισσα, ωπ τι έχουμε εδώ;.. είναι ξανθιά, μέτριο ύψος, ωραίο σώμα, πανέμορφο πρόσωπο. «μίλα της, μίλα της» ξεκινάει η εσωτερική μου φωνή αμέσως, αλλά πώς να πιάσω κουβέντα; πρέπει να βρω ένα κοινό ζήτημα, ο καιρός; μπα πολύ κοινότυπο, καλημέρα είσαι πανέμορφη και θέλω να σε γνωρίσω;, μπα, έρχεσαι συχνά εδώ; μπα απαράδεκτο και αυτό.. και τότε παρατηρώ: το κορίτσι διαβάζει ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία. είναι «η λεωφόρος της ελπίδας» της Χριστιάνας Σταματέλου, μια συγκινητική ιστορία ενός μοναχικού ανθρώπου που ενώ επιτέλους βρίσκει τον απόλυτο έρωτα, τον πατάει ένα τρένο, όχι τον έρωτα, αυτόν (άσε μαλακία..), anyway το κορίτσι έχει φτάσει περίπου στα 2/3 του βιβλίου οπότε θα διαβάζει κατά πάσα πιθανότητα τις φιλοσοφικές ακροβασίες του ήρωα. –η σκέψη του Σαγιάκ ήταν πραγματικά πρωτότυπη και δύσκολη, δεν ήταν τυχαίο ότι ήταν τόσο αναλυτικός που δίσταζε να αποφασίσει το οτιδήποτε. Βλέμμα ξαφνιάσματος –το έχεις διαβάσει και εσύ αυτό το βιβλίο; -ναι είναι ένα από τα αγαπημένα μου, εσένα πως σου φαίνεται; -πρώτη φορά διαβάζω αυτήν τη συγγραφέα, και γράφει πολύ ωραία, ζωντανά και όχι κουραστικά περιγραφικά όπως κάνουν πολλοί άλλοι… κάπως έτσι ξεκινάει η κουβέντα μας, το όνομά της είναι Γεωργία, έχει σπουδάσει στην καλών τεχνών, τώρα δουλεύει στο μπουγατσατζίδικο του θείου της αλλά δε χάνει το κέφι της, ετοιμάζει και μια έκθεση ζωγραφικής, της μιλάω και για εμένα, είμαι μουσικός, παλιά έλπιζα και συνθέτης, αργότερα αποδέχτηκα το γεγονός ότι οι συνθέσεις μου ήταν φρικτές μπαναλαρίες. Είναι απόλαυση να συζητάς μαζί της, έχει χιούμορ και είναι σπίρτο και διαβασμένη, σιγά να μην είναι μόνη της σκέφτομαι, αυτά δεν γίνονται, τουλάχιστον όχι στην ζωή μου, σίγουρα θα υπάρχει κάπου ένας γκόμενος, ίσως σε λίγο να έρθει κιόλας να την φιλήσει στο στόμα να της πει καλημέρα μωρό μου και να καθίσει στο τραπεζάκι δίπλα της. Die malaka..

Τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει όμως, η κουβέντα παίρνει φωτιά, ελάχιστες στιγμές αμηχανίας και αυτές για το ποιος μιλάει πρώτος ή για το που πηγαίνει το θέμα της συζήτησης μετά από μια μεγάλη παρένθεση. Απίστευτα απολαυστική κατάσταση, πυρετώδης επικοινωνία, ή μήπως μόνο εγώ έχω πάθει την πλάκα μου; ίσως όμως να είναι μια από αυτές τις κοπέλες τις πολύ κοινωνικές που φαίνονται σαν να τους ενδιαφέρεις αλλά μετά διαπιστώνεις ότι είναι η ίδια με όλους τους άνδρες τριγύρω, την έχω πάθει και μια φορά έτσι, ξευτίλα χυλόπιτα, οπότε προσοχή και μη χτίζεις κάστρα στην άμμο με την σκέψη σου. Έχω ήδη μεταφερθεί στο τραπεζάκι της αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει και να χωριστούμε, μεσημεριάζει, –τι θα έλεγες να πηγαίναμε για φαγητό; -καλά θα ήταν αλλά έχω κανονίσει να πάω σε μια φίλη που θα μας μαγειρέψει, -α οκ, τι θα έλεγες να ξαναβρεθούμε πάντως; θες να μου δώσεις το κινητό σου; -ναι λοιπόν γράψε 69********, κάνε και αναπάντητη να έχω το δικό σου. …Yes yes yes..

Το καλύτερο είναι θεωρώ να πάρω τηλέφωνο προς το τέλος της βδομάδας, καλύτερα την Παρασκευή ή το Σάββατο. Η βδομάδα περνάει βαρετά, Παρασκευή, δειλιάζω, καλύτερα θα πάρω αύριο… καλά έχω φάει πάντως γερό κόλλημα με την κοπελιά, την σκέφτομαι όλη την ώρα… Σάββατο περίπου στις επτά, βρίσκω το τηλέφωνό της στις επαφές μου, «Γεωργία καφές Κυριακή», βαθιά ανάσα λες και πάω να κάνω μακροβούτι, κλήση, οι σφυγμοί ανεβαίνουν, touuut… 

touuut χτυπάει για πέμπτη φορά, γαμώτο, δε πρόκειται να το σηκώσει, πάλι θα χαθώ στον χαοτικό λαβύρινθο των υποθέσεων, αν βλέπει την αναγνώριση θα πρέπει να το κλείσω τώρα αμέσως, δε πρέπει να αντιληφθεί ότι επιμένω πολύ ώρα, αυτό θα βρωμάει απόγνωση, αν δε το ακούει όμως; σκατά, κατά διαόλου πάει, καλύτερα να μην αποφάσιζα να πάρω ποτέ, μα πως μπλέκω συνεχώς έτσι; χάνω και το κέφι μου, αν το σηκώσει σίγουρα θα έχω αμηχανία, ούτε ένα καλαμπούρι από αυτά που σκεφτόμουν δε θα μπορέσω να πω, θα παγώσω, θα κομπλάρω, θα κολλήσω… με δυο λέξεις;  απόλυτο φιάσκο… κλείσ’ το τώρα, κλείσ’ το αμέσως… blip, ουφ πάει… δε το σήκωσε… τον ήπιαμε… έχει την αναπάντητη στο κινητό της όμως τώρα… ωχ, βλακεία… αμάν πια με αυτό το ρουφιανιλίκι των αναπάντητων στα κινητά, δηλαδή ήταν ανάγκη να ξέρει ποιος πήρε; αλλά και το να παίρνεις με απόκρυψη είναι και αυτό κάπως άκομψο… 

Όχι, όχι μη το σκεφτώ, μην αναρωτηθώ, όχι δεν έχει κανένα νόημα, δεν ξέρω τίποτε, δεν έχω το παραμικρό στοιχείο, το πάω να παγιδευτώ σε αυτόν τον κολλώδη ιστό άκαρπης ανώφελης σκέψης, όχι μηηηη.. «Γιατί; Γιατί δε το σήκωσε;»… (…………..) ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο, αυτή είναι, αυτή είναι, ναι… μπα που τέτοια τύχη, είναι ο Νώντας, ο κολλητός. –Έλα ρε, σε πρόλαβα;… (…) (ξενύχτι μεθύσι, ξύπνημα, εφημερίδα…)

ΩΧ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ; Infinite loop? ατέρμονος βρόγχος; επ’ άπειρον παλινδρόμηση; ε ναι λοιπόν όπως το καταλάβατε, αυτή είναι η τραγική μου μοίρα, αυτό είναι το φριχτό μου βασανιστήριο, το πικρό μου μαρτύριο, η αιώνια τιμωρία μου, γιατί ρε παιδιά τι έκανα; αυτή είναι η δική μου συναισθηματική «πέτρα» του Σίσυφου*[1]… με λένε Νίκο Σισυφίου, είμαι αρκετά δυνατός για να σηκώνω το βράχο του μαρτυρίου, την δική μου «πέτρα», σαν τις ερωτικές προσδοκίες μου μετά από τόσες απογοητεύσεις, ανεβάζω με απίστευτο μόχθο την «πέτρα» ψηλά, ανυπομονώ να κοιτάξω αγέρωχα την θέα και το αεράκι να μου χαϊδέψει για λίγο το ιδρωμένο μου πρόσωπο, ζω και θρέφομαι από αυτή την εικόνα, το χάδι σου να μου απαλύνει για λίγο τις σκληρές ρυτίδες στα μάτια, ένα φιλί, ένας αναστεναγμός, ένας θεός φυσάει μέσα μου, είναι και ηλιοβασίλεμα, μετά όμως βλέπω την «πέτρα» να ξανακατρακυλά, βλέπω το ενδιαφέρον που είχα υποθέσει από εσένα να χάνεται, να κατρακυλά στο τίποτε… πάντα αποφασίζω να πάω να ξαναφέρω την «πέτρα» στην κορυφή, να δούμε μαζί την θέα, πίνω και καμιά μπιρίτσα στην διαδρομή, και τότε είναι που φτάνοντας κάτω ξαναβρίσκω την «πέτρα» μου, σε βλέπω, σε γνωρίζω, σε ερωτεύομαι, παίρνω τις βαριές προσδοκίες μου για εμάς στην πλάτη και ξεκινάω, ιδρώτας, κακοσμία, πιτυρίδα, κάποια στιγμή φτάνω πάνω, κοιτώ τις όμορφες χώρες των θαυμάτων σου, φωνάζω το όνομά σου, η «πέτρα» κουνιέται και αρχίζει να κατρακυλά χωρίς να προλάβω να την σταματήσω, την παρακολουθώ να φτάνει ως εκεί κάτω που δύσκολα πλέον μπορεί να διακρίνει το βλέμμα μου…

sisifos

Αμέτρητους αιώνες, δηλαδή αμέτρητες χιλιάδες βδομάδες προσπαθώ να σπάσω αυτήν την κατάρα που μου επέβαλαν κάποιοι διεστραμμένοι θεοί, το αιώνιο μου μπακουριλίκι, πάντα όμως ξεχνώ τα γεγονότα, πάντα τα επαναλαμβάνω με τον ίδιο μοιραία ηλίθιο τρόπο… όμως από καιρό τώρα δουλεύω σε ένα σχέδιο απόδρασης εντελώς αλάνθαστο, έχω λιμάρει τις αλυσίδες μου αρκετά πια για να μπορώ να τις σπάσω, αλλά διαπίστωσα ότι δεν θέλω να το κάνω, διαπίστωσα ότι αυτή είναι η ζωή μου και με αυτή όσο και σκατά να είναι έχω μάθει να με αγαπώ…   

     …και ίσως μια κάποια μέρα…

[1] Μια φίλη λέει ότι αποκλείεται να μην ξέρετε τον Σίσυφο… παρόλα αυτά υπενθυμίζω: μυθολογικό πρόσωπο, είχε καταδικαστεί από τους θεούς ως βασανιστήριο να κουβαλάει ένα βράχο στην κορυφή ενός βουνού, φτάνοντας στην κορυφή η πέτρα ξανακατρακυλούσε κάτω, αυτή ήταν και η αιώνια τιμωρία του.

Advertisements