στο «Δίλημμα»

Ήταν ένα απρόσμενο λάθος απροσεξίας, θα κόστιζε στην εταιρία όμως πάνω από 100.000 ευρώ, η παρτίδα μιας ολόκληρης βδομάδας ήταν άχρηστη για πέταμα. Όλοι σκέφτηκαν πως ήταν λάθος του Ορέστη. Ο Ανδρέας όμως κατάλαβε αμέσως ποιος έκανε την πατάτα, ήταν ο κύριος Κώστας ο πατέρας της παιδικής του φίλης Νικολέτας. Ήταν αδύνατο να μπαλώσει την κατάσταση και οι μέτοχοι θα ζητούσαν απόλυση του φταίχτη. Βρίσκονταν μπροστά σε ένα απίστευτα δύσκολο δίλημμα. Ήξερε ότι ο κυρ Κώστας ήταν αυτός που είχε κάνει το σφάλμα, όμως του ήταν πολύ δύσκολο να τον διώξει έτσι απλά, ήταν ο πατέρας της Νικολέτας. Της Νικολέτας που ήταν τόσο στενοί φίλοι και είχαν προσπαθήσει τόσο να συγκρατήσουν την φιλία τους παρά του ότι ανήκαν σε διαφορετική κοινωνική θέση. Έπειτα ήταν και λίγα τα χρόνια του κυρ Κώστα πριν τη σύνταξη, αν τον έδιωχνε πόσες πιθανότητες θα είχε να βρει δουλειά αλλού… όχι σίγουρα θα τον τσάκιζε μια απόλυση. Αλλά και από την άλλη ο Ορέστης ήταν πολύ καλό παιδί, μακρινός ξάδερφός του, πάντα σωστός στην δουλειά του, δεν ήταν σωστό να πληρώσει αυτός για ένα σφάλμα που δεν έκανε…

Ο Ανδρέας ένιωθε να πνίγεται. Πουθενά δεν έβλεπε μια bearded-barmanλύση που να μην έβλαπτε κάποιον, πως μπορούσε να κάνει κακό σε κάποιον από τους δυο τους. Αποφάσισε να πει στην γραμματέα του ότι έχει μια εξωτερική δουλειά, πήρε το αμάξι και τράβηξε για το κέντρο. Πάρκαρε, έκλεισε το κινητό και άρχισε να περπατά χωρίς να έχει στο νου που θέλει να πάει. Σε κάποια στιγμή τυχαία πέρασε από ένα ξεχασμένο μικρό παλιό μπαράκι – καφέ, το «Δίλημμα», που του φάνηκε φιλόξενος χώρος για τη μοναξιά του και κάθισε στο μπαρ. Ήταν σχεδόν άδειο, ο μπάρμαν -ένας μεσήλικας με τατουάζ και λευκά μούσια σαν χίπστερ Aγ. Βασίλης- τον πλησίασε διακριτικά. Από το βλέμμα του φαινόταν ότι είχε περάσει και ακούσει πολλά, η δουλειά του άλλωστε τον είχε κάνει να καταλαβαίνει πότε κάποιος χρειάζονταν κάποιον άγνωστο να πει τον πόνο του. Έτσι έφερε στον Ανδρέα το ουίσκι που παρήγγειλε και στάθηκε σε κοντινή απόσταση.

Λίγο πιο κάτω στο ίδιο μαγαζί καθόταν μια γυναίκα σε ένα τραπεζάκι και κάπνιζε νευρικά. Ήταν η Κάτια και ήταν και αυτή απελπιστικά μόνη μπροστά σε μια απόφαση, κουβαλούσε ένα ένοχο μυστικό, θα ήταν ακόμη πιο δύσκολο από τον Ανδρέα να το εκμυστηρευτεί σε κάποιον. Δούλευε ως εμπορικός πράκτορας, είχε εμφανιστεί πριν μερικούς μήνες σαν αντιπρόσωπος μιας ψεύτικης επιχείρησης για να κάνει επαφή και τελικά να κλέψει τα μυστικά μιας επιτυχημένης εταιρίας. Τώρα είχε στα χέρια της την πολυπόθητη τεχνολογική πατέντα και μπορούσε να την πουλήσει σε ανταγωνίστρια εταιρία και να βγάλει τόσα χρήματα που δεν θα χρειαζόταν να ξαναδουλέψει ποτέ ξανά σε όλη της την ζωή, όμως κάτι την σταματούσε. Είχαν ερωτευτεί με το Μιχάλη, τον εξέκιουτιβ της εταιρίας που είχε κλέψει και ήξερε ότι το να πουλήσει την πατέντα και να εξαφανιστεί θα του κατέστρεφε τα συναισθήματα και έπειτα την καριέρα μια για πάντα. Συνήθως δεν εμπιστεύονταν τους άνδρες, όμως τώρα αμφιταλαντεύονταν. Το χειρότερο ήταν ότι δεν είχε πολύ χρόνο για να αποφασίσει, δεν άντεχε όλο αυτό το πιεστικό δίλημμα: να εξαφανιστεί με τα λεφτά ή να μείνει και να εμπιστευτεί κάποιον…

Σε λίγο μπήκε στο μπαρ και κάθισε και ο Μάρκος κουβαλώντας και αυτός ένα δύσκολο δίλημμα. Κοιτούσε σαν χαμένος και σχεδόν ξαφνιάστηκε όταν του μίλησε ο μουσάτος μπάρμαν, του παρήγγειλε μια μπύρα. Σπάνια πίνει αλλά σήμερα δεν έβρισκε άλλο τρόπο να ρίξει λιγάκι την συναισθηματική του ένταση. Έχει δυο παιδιά και είναι λογιστής σε μια μεγάλη εταιρία. Η γυναίκα του πεθαίνει εκτός αν εγχειρηθεί άμεσα, στην Ελλάδα δεν δίνουν στην συγκεκριμένη εγχείρηση καλό ποσοστό επιτυχίας, το καλύτερο θα ήταν να βρεθούν χρήματα για την επέμβαση στο εξωτερικό. Τα χρήματα δυστυχώς δεν υπάρχουν, υπάρχει όμως ένας άλλος τρόπος… ο Μάρκος ανακάλυψε σήμερα τυχαία ένα ένοχο μυστικό στα λογιστικά της εταιρίας, λαμογιές και απίστευτες απάτες, σκέφτηκε να τους εκβιάσει για χρήματα, δεν ήταν ο χαρακτήρας που θα έκανε κάτι τέτοιο, επιπλέον δεν ήταν σίγουρος αν μπορεί να τα καταφέρει χωρίς συνέπειες ως το τέλος, από την άλλη να αφήσει την γυναίκα του χωρίς καλούς γιατρούς; αν πέθαινε δεν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό του…

– Γεια σου ρε Σωκράτη…

Ήταν ο Jacob που μόλις είχε μπει στο μπαρ, Ιάκωβος το κανονικό του αλλά τώρα στην ροκ μπάντα το έκανε Jakob. Είχε παίξει παλιότερα unplugged με κιθάρα στο μπαράκι και ήταν γνωστοί με το Σωκράτη, τον μουσάτο μπάρμαν. Φαίνονταν ιδιαίτερα σκυθρωπός, ήταν γιατί (σωστά το μαντέψατε) τον βασάνιζε ένα δίλημμα. Μίλησε με μια δισκογραφική εταιρία, του έκλειναν σόλο συμβόλαιο με απίθανα ευνοϊκούς όρους για την μουσική που έγραφε, κάτι που ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν θα ονειρεύονταν, ωστόσο έπρεπε να εγκαταλείψει την μπάντα του… Ήταν όλοι εφηβικοί του κολλητοί φίλοι (εκτός από τον ντράμερ που είναι μαλακοπίτουρας…), μπορεί να αφήσει πίσω όλους τους φίλους του; αλλά και από την άλλη είναι το όνειρό του που επιτέλους έχει μια πολυπόθητη ευκαιρία…

Όλοι κάθονταν εκεί και ο καθένας στον κόσμο του, στο μπαράκι «Δίλημμα». Ο Ανδρέας που έχει να διαλέξει ανάμεσα σε δυο ποιον να απολύσει, η Κάτια που πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε μια ανεξάρτητη ζωή με οικονομική άνεση ή σε μια ερωτική σχέση, ο Μάρκος ανάμεσα σε μια εγχείρηση της γυναίκας του με λιγότερες πιθανότητες επιτυχίας ή στον χρηματικό εκβιασμό της εταιρίας του και τέλος ο Ιάκωβος που έχει να επιλέξει ανάμεσα σε μια σόλο καριέρα και στους εφηβικούς φίλους στην μπάντα του…

Άλυτα διλήμματα, καταστάσεις που ό,τι και να κάνεις χάνεις… Εκεί στο «Δίλημμα» ο καθένας έπινε μόνος του το πικρό ποτήρι που του είχε ετοιμάσει η μοίρα, ώσπου ακούστηκε μια φωνή που διέκοπτε τις σκέψεις τους και απάλυνε τον εσωτερικό βόμβο του υπαρξιακού τους άγχους… Ήταν ο Σωκράτης…

– Νιώθω γιατί βρίσκεστε σήμερα όλοι εδώ. Καταλαβαίνω πως νιώθετε παγιδευμένοι ο καθένας στην ιστορία του. Όμως σκέφτεστε τη ζωή λάθος, βλέπετε μόνο την επιφάνεια. Η ζωή σας δεν είναι παρά μέσα στο matrix, δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση, μια κατ’ επίφαση πραγματικότητα, μια ψευδή διάσταση. Μπορώ να σας βγάλω από εδώ αλλά θα πρέπει να εκδικηθείτε και για εμένα όταν βρεθείτε στην άλλη, την αληθινή διάσταση… λοιπόν τι λέτε;…

(……….)

– Ε εδώ είναι παιδιά τρέξτε, αυτ@ είναι (το αυτ@ αντικαθιστά το αυτός/αυτή για να μην δείξουμε αν είναι άνδρας ή γυναίκα…)

– Λέγε ρε εσύ είσαι;

– Μα σας παρακαλώ, τι θέλετε; Μα μια στιγμή… Δεν το πιστεύω, εσείς εδώ; Μα πως;

– Μας αναγνώρισες λοιπόν, ώστε εσύ είσαι που γράφεις το Δρόμο προς τη Λόξα… Γιατί ρε; Γιατί μας το έκανες αυτό;

– Μα ποιο; Τι;

– Γιατί μας έβαλες μέσα σε αυτά τα άλυτα μοιραία διλήμματα, γιατί μας αδίκησες τόσο; Γιατί μας χτύπησες έτσι αλύπητα σαν τα χταπόδια; τόσες ιστορίες με χιούμορ και αστείες ανατροπές έχεις γράψει και σε εμάς βρήκες να κάνεις την εξαίρεση;… τι σου κάναμε και μας εκδικείσαι έτσι; Θεωρείς ότι θα πάρεις έστω και μισό like έτσι;…

– Εεε, φίλοι διηγηματικοί μου ήρωες, Ανδρέα, Κάτια, Μάρκο και Ιάκωβε δυστυχώς η ζωή δεν είναι μόνο ευχάριστες ιστορίες, είπα να δουλέψω λιγάκι πιο ρεαλισμό, υπαρξιακές καταστάσεις, ξέρετε να δώσω λίγο πόνο, μη μου πούνε ότι μόνο για χαβαλέ γράφω… ελπίζω να με καταλαβαίνετε…

– Δεν καταλαβαίνουμε τίποτε, άλλωστε ξέρουμε για εσένα, ο Σωκράτης μας τα ομολόγησε όλα με τον όρο να τον εκδικηθούμε που τον χαρακτήρισες χίπστερ Άγιο Βασίλη … λοιπόν άκου… μάλλον πες τα εσύ Μάρκο όπως τα συμφωνήσαμε

– Το ξέρουμε ότι γράφεις κατευθείαν στον υπολογιστή, λοιπόν ήρθαμε εδώ να σε αναγκάσουμε να αποτρέψεις αυτό το καταστροφέα καλού κεφιού, αυτό το εγκληματικό διήγημα, αυτήν την διαστροφική τερατογόνα έμπνευση που μόνο θλίψη θα γεμίσει τους αναγνώστες, πριν είναι αργά, πριν ανέβει στη σελίδα, πρέπει να κάνεις αυτό που πρέπει να κάνεις…

– Και τι είναι δηλαδή αυτό;

– Μα είναι προφανές, να κάνεις Αναίρεση, Undo, κάνε το, κάνε το τώρα…

– Ρε παιδιά όμως το Undo δεν υπάρχει στα διηγήματα, όπως και στην πραγματική ζωή… επίσης τόση ώρα έφαγα για να γράφω… όχι Κάτια μην κλαίς… μη Ανδρέα έλα μη στενοχωριέσαι… έλα ρε Jacob πως κάνεις έτσι;… ε λοιπόν εντάξει… Οκ… πατάω Αναίρεση (Ctrl+z)…  ή μάλλον καλύτερα κάνω Επιλογή όλων (Ctrl+A) και Διαγραφή  (Delete)… 

                 …εντάξει λοιπόν, λευκή σελίδα… δε πειράζει… έτσι κι αλλιώς και εγώ μέσα σε matrix είμαι, σε άλλο matrix βέβαια, δεν είμαι αυτ@ που πραγματικά γράφει, αλλά είμαι και εγώ χαρακτήρας που περπατάω τον μεγάλο Δρόμο προς τη Λόξα… Κάποι@ άλλ@ με γράφει… Και όταν το θελήσει αυτή η μεγάλη πνευματικότητα (καλά λέμε τώρα) θα ξαναρχίσω να γράφω σοβαρές ασόβαρες ιστοριούλες να γελάσουμε…

προς το παρόν λέω να βγω καμιά βολτίτσα…

hacker

Advertisements