τα όργανα

Όταν ο Τζίζους ξανακατέβηκε στην γη, είχε τις μαύρες του. Και ποιος να τον κατηγορήσει δηλαδή μετά από όλα αυτά που έπαθε στην τελευταία του επίσκεψη. Αυτή την φορά “κομμένες οι θυσίες” σκέφτηκε και αποφάσισε να τριγυρνά ινκόγκνιτο και να το ρίξει στις φάρσες και στις σαχλαμάρες για να ευθυμήσει λιγάκι. Στην αρχή καταπιάστηκε με το να μπερδεύει ορισμένες λέξεις στα στόματα των ανθρώπων για να δημιουργεί παρεξηγήσεις. Σκοπός η ασοβαρότητα και το χιούμορ, έσπαγε πολύ πλάκα και ξεκαρδιζόταν από τις απίστευτες καταστάσεις που γεννιόταν κάθε λεπτό. Το αγαπημένο του: σόκιν παραδρομές λόγου που έκαναν τους ανθρώπους να αναψοκοκκινίζουν. Όμως και αυτό δεν διήρκεσε για πολύ, καθώς σιγά σιγά η μελαγχολία για τον βίαιο, άκαρδο, απάνθρωπο κόσμο άρχισε να κατακλύζει ξανά την καρδιά του.

Πριν λίγες μέρες άλλωστε είχε μαλώσει άσχημα με τον Πατέρα του και είχε τσατιστεί άσχημα. Είχε καινούρια αποστολή, λέει, για το γιόκα Τζίζους κάτω στη γη για έναν σκοπό ιερό και σωτηρίας και ότι απαιτούσε απόλυτη σοβαρότητα και αυτοθυσίες πάλι. Παρόλο που πάντα ήταν γαλήνιος και συζητήσιμος ο Τζίζους, αυτή την φορά τα είχε πάρει εντελώς όταν τον άκουσε πάλι να αναφέρει για την θεϊκή βούληση και ότι είναι όργανο λέει του θεϊκού του σχεδίου και άλλα τέτοια. «Δεν είμαι όργανο κανενός!» ξελαρυγγίστηκε, «Και ποιος σου ζήτησε την αγάπη σου; Μου λες; Καλοί και οι άνθρωποι δεν λέω αλλά όχι να τους αγαπάς παραπάνω και από το γιο σου», «Έλεος! Με έπρηξες!», και με άλλες τέτοιες εριστικές ατάκες και βροντώντας ηχηρά την πόρτα έφυγε θυμωμένος και σκοπό είχε να μην του ξαναμιλήσει για πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια. Μετά αποφάσισε να υιοθετήσει νέο λουκ, να γίνει ένας σωστός χιπστερ. Θα συνέτρεξε και βέβαια ότι ο Τζίζους δεν είχε κάνει ποτέ την εφηβική του επανάσταση οπότε είχε φορτώσει πολύ απωθημένο. «Ε άμα δεν μιλάς σε πατάνε», ήταν η φιλική συμβουλή ενός παλιού εργαζόμενου του πατέρα του, του Σάταν, που του τα βρόντηξε και παραιτήθηκε, και μετά άνοιξε δική του επιχείρηση και δεν μπορούμε να πούμε ότι τα πήγε και άσχημα…

hipster-jesus

Μια φράση, τώρα όμως, είχε σφηνωθεί στο μυαλό του Τζίζους και γυρόφερνε ασταμάτητα: όργανο της θεϊκής βούλησης. Όταν ηρέμησε από την βαθιά συναισθηματική του φόρτιση (πάντα τον βοηθούσε σε τέτοιες περιπτώσεις λίγη γιόγκα και διαλογισμός) άρχισε να φιλοσοφεί το θέμα: «Όργανο» αναρωτήθηκε, δηλαδή τι είναι; ένα απλό αντικείμενο; περισσότερο ένα μέσο για να κάνουμε κάτι, μια μονοσήμαντα ορισμένη διάταξη που εξυπηρετεί σε έναν ή περισσότερους σκοπούς. Όργανα, δηλαδή εργαλεία… χαμογέλασε… και βγήκε καλόκεφος μια βόλτα…

Έπεσε πρώτα πάνω σε δυο μηχανικούς και στον πελάτη τους:

-Λοιπόν αυτό είναι το οικόπεδο, έως εκεί βλέπεις; Εκεί είναι που υποπτεύομαι ότι ο διπλανός έχει μπει μέσα σε μένα γύρω στο μισό μέτρο.

-Ωραία θα μετρήσουμε, θα κάνουμε το τοπογραφικό και μετά θα έρθουμε να βάλουμε πασαλάκια στα σημεία, Νίκο τράβα να φέρεις το τοπογραφικό όργανο από το αμάξι να αρχίσουμε το μέτρημα (…)

-Εεε Μανώλη δεν υπάρχει τοπογραφικό όργανο εδώ..

-Τι;

– Έλα να δεις και μόνος, υπάρχει μόνο ένα… ένα μπουζούκι…

Αργότερα πέρασε μπροστά από δυο φαντάρους που φυλούσαν σκοπιά:

-Χα χα χα! που είναι το όπλο σου ρε μαλάκα; γιατί κρατάς ηλεκτρική σκούπα;

-Χα χα χα! εσύ γιατί κρατάς ανιχνευτή μετάλλων, θα ψάξεις για καναν θησαυρό;

Για να μην το πολυλογούμε έτσι συνέχισε ασταμάτητα ο Τζίζους, χωρίς κανένα ενδοιασμό, χωρίς καμία σοβαρότητα, μπέρδευε, έπλεκε, ειρωνεύονταν. Μεταμόρφωνε λαπτοπ χρηματιστών με τοστιέρες, όπλα σε μπανάνες, γκλοπ σε ξεσκονιστήρια, στολές δικαστών σε κλόουν… ιδίως όπου έβλεπε εξουσία του την έδινε, ε όπως καταλαβαίνετε του θύμιζε τον Πατέρα του… τα περιστατικά ολοένα και πλήθαιναν…

Μόνο στην ζωή του Αλέκου δεν είχε συμβεί τίποτε, παρόλο που άκουγε κάθε μέρα και καινούριες ιστορίες από περίεργα ανεξήγητα συμβάντα και περίμενε ότι αργά ή γρήγορα θα του συνέβαινε και αυτουνού κάτι, τίποτε δεν είχε συμβεί. Ο Αλέκος ήταν ο κλασικός τύπος του απολιτίκ φοβικού μικροαστού που κοιτούσε πάντα τη δουλειά του. Αν όλα αυτά τα συμβάντα -σκέφτονταν με την λογική του- τα προκαλούσε μια ανώτερη φύση, μια θεϊκή μεταφυσική οντότητα δηλαδή, και αν υποθέσουμε ότι αποτελούσαν τιμωρία σε παλιότερα αμαρτήματα, τότε το πιθανότερο -και όπως το ήλπιζε- ήταν να τη γλιτώσει αφού κανέναν δε πείραξε ποτέ στη ζωή του και μόνο τη δουλίτσα του κοιτούσε και ούτε μυρμήγκι δεν είχε σκοτώσει. Ήταν πάντα καλός στους δικούς του και πάντα και προπαντός φιλήσυχος, ούτε να διανοηθεί να παραβεί το νόμο ποτέ αλλά και ούτε σε μια αντιπολεμική ειρηνική διαδήλωση δεν είχε πάει. Έτσι σκεφτόταν και αυτό τον ηρεμούσε, και υποσχέθηκε την ερχόμενη Κυριακή να πάει εκκλησία που είχε να πάει από το γυμνάσιο… Όταν όμως το επόμενο πρωί χτύπησε το ξυπνητήρι του κάτι περίεργο διαισθάνθηκε στην ατμόσφαιρα. Τι να ήταν όμως; Ίσως μια μεταμόρφωση κάποιας συσκευής να είχε συντελεστεί, άλλη μια περίεργη άγουστη θεϊκή φάρσα… Αποφάσισε ότι θα πρέπει να είναι προσεκτικός και προπάντων ψύχραιμος. Μπήκε στην τουαλέτα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, δεν παρατήρησε τίποτε διαφορετικό. Ουφ, ξεφύσηξε, τελικά είναι μόνο η ιδέα μου, και χαρωπός σφυρίζοντας κατέβασε το παντελόνι του να κατουρήσει…

ΑΑΑΑααααα! η τσιρίδα του ακούστηκε ως τρία πατώματα πιο κάτω… όταν με φρίκη διαπίστωσε ότι αντί για τσουτσούνι είχε ένα κοντό, ορθογώνιο, πλακουτσωτό, μακρόστενο, μαύρο… τηλεκοντρόλ!…

…και έχει τώρα πλάκα να μην είναι συμβατό με την ολοκαίνουρια πλάσμα οθόνη του, σκέφτηκε…

 

Advertisements