το μικρό καθεστωτικό σίχαμα

Όλα πήγαιναν καλά στην ζωή του Π.. Ήταν ένας αρκετά σεβαστός ακαδημαϊκός, είχε αναγνωρισμένο λογοτεχνικό έργο, δίδασκε διάφορα μαθήματα γύρω από την τέχνη και την κριτική της και γενικά ήταν ένα δραστήριο μέλος της διανόησης και της πνευματικής ζωής της μικρής αλλά σημαντικής εκείνης χώρας. Όλα έδειχναν ότι είχε ακόμη πολλά να προσφέρει και στο μέλλον. Πρόσφατα μάλιστα πέρα από τα διάφορα άρθρα που έγραφε κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά του ανέθεσαν μια σημαντική στήλη σε γνωστή και αξιόπιστη μεγάλη εφημερίδα. Εκεί, και με την χαρακτηριστική λεκτική του δεινότητα και ευφράδεια σχολίαζε με το ευρύ του αδέσμευτο πνεύμα την επικαιρότητα και τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα του τόπου με πρωτότυπο ξεχωριστό τρόπο. Και είναι αδικία που μερικοί κακεντρεχείς αριστεριστές τον αποκαλούσαν μικρό καθεστωτικό σίχαμα, πολύ κρίμα…

Ήταν ένας γοητευτικός τύπος, ευχάριστος ομιλητής και πολυπράγμωνας και είχε φτάσει στα εξήντα τρία του χρόνια χωρίς να έχει αντιμετωπίσει κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας και έτσι έλπιζε να πάει όταν ένα βράδυ αισθάνθηκε ένα οξύ πόνο στο στήθος. Μέσα σε μια ώρα είχε παραδώσει πνεύμα και είχε αποδημήσει από τον μάταιο ετούτο κόσμο. Καθώς ήταν από την κοσμοθεωρία του ένας άθρησκος υλιστής και όπως κάθε τέτοιος ξαφνιάστηκε έντονα όταν διαπίστωσε ότι εν τέλει υπάρχει αυτό που αποκαλούμε μετά θάνατον ζωή. Ήταν έντονο το σοκ του στην αρχή…

Τώρα βρίσκονταν καλοντυμένος στα λευκά να κρατά μια βαριά παλιά δερμάτινη βαλίτσα και να περιμένει με διάφορους άλλους συνταξιδιώτες του σε ένα άγνωστο αχανές λιμάνι ένα τεράστιο πλοίο που πλησίαζε για να δέσει σφυρίζοντας. Όπως ήταν αναμενόμενο οπουδήποτε υπάρχει κάποια μορφή οργάνωσης υπάρχει και ένα είδος γραφειοκρατείας οπότε σε λίγο  βρέθηκε μπροστά στον υπάλληλο που έλεγχε την είσοδο στο καράβι. Εκεί απαίτησε να μη του φερθούν όπως και σε όλους τους άλλους και διεκδίκησε όλα εκείνα τα ιδιαίτερα προνόμια που είχε και στην ζωή του κάτω στην γη, εκεί που έπινε και έτρωγε βοηθώντας ευγενικά με την πένα του τους ισχυρούς και συμβάλλοντας -πάντα με αισθητική και φινέτσα- στο να διαιωνίζεται η χυδαιότητα και η αδικία της ανθρώπινης κοινωνίας. Άλλωστε αυτά τα προνόμια τα είχε κερδίσει και με πολύ μόχθο και αγώνα αλλά και επειδή ήταν σπάνια ταλαντούχος όπως υποστήριζε έντονα τώρα μπροστά στον υπάλληλο της ναυτιλιακής εταιρίας.

Στα νιάτα του, και είναι η αλήθεια αυτό, δεν σκέφτονταν όπως τώρα, για αυτό και ίσως τώρα έχει κάποιες τύψεις και ενοχές για εκείνο τον παλιό αφελή εαυτό του. Ήταν όμως νέος και ανόητος, είχε παρασυρθεί από θεωρίες και εφηβικό ενθουσιασμό. Ήθελε να πολεμήσει με πάθος την κοινωνική αδικία και επιθυμούσε το πνεύμα του να θρέφεται από την συμπόνια και την αλληλεγγύη για τον διπλανό του. Το μόνο φωτεινό σημείο στην άνευ σημασίας ύπαρξη των ανθρώπων, έλεγε, είναι να ενταχθούν σε ένα βαθιά ανθρωπιστικό πρόταγμα κατάκτησης μιας κοινωνίας ισότητας, δικαιοσύνης και ελευθερίας, μιας κοινωνίας χωρίς καταπιεστές και εξουσία. Για αυτό διάβαζε και τόσο πολύ, ήθελε να χτίσει ένα θεωρητικό οπλοστάσιο, ήθελε να είναι ο καλύτερος στο να ξεσκεπάζει τα κόλπα και τις παγίδες της αστικής ιδεολογίας όταν αυτή κρύβει ύπουλα από την κοινή θέα και νομιμοποιεί την εκμετάλλευση, την καταπίεση, τη βία και την αδικία. Για αυτό ήθελε με όλο το σθένος της θέλησής του να γίνει ένας διανοούμενος, για να πολεμήσει για την έλευση μιας κοινωνίας όπου δεν θα υπάρχει πλέον η διάκριση του διανοούμενου. Όπου όλοι θα έχουν τις ίδιες δυνατότητες να εξελιχθούν και να ευδοκιμήσουν ως ελεύθερα ανθρώπινα πλάσματα, να διεκδικήσουν την ευτυχία και την προσωπική ψυχική και πνευματική ολοκλήρωση. Θα επέστρεφε αυτό το δώρο της κοινωνίας που του έδωσε την ευκαιρία να θρέψει το πνεύμα του –ενώσω άλλοι συνάνθρωποί του δεν ήταν και τόσο τυχεροί καθώς κατανάλωναν τη ζωή τους σαν σκλάβοι φτιάχνοντας εμπορεύματα, δούλευαν κάτω από άθλιες συνθήκες ή διεκδικούσαν την ζωή τους ως διωγμένοι πρόσφυγες ενόσω η κοινωνία τους φέρονταν σα σκουπίδια-… θα γυρνούσε να τους απελευθερώσει και αυτούς, το είχε υποσχεθεί να ανταποδώσει, έπρεπε γρήγορα να γίνει πιο δυνατός για να πολεμήσει το κατεστημένο. Ήταν συγκινητικά ευγνώμων όμως που τα βάσανα των άλλων στράτεψαν το πνεύμα του σε αυτό το ανώτερο σκοπό, όφειλε να τους βοηθήσει να χειραφετηθούν και μαζί τους όλη την κοινωνία…

Τώρα όμως, όπως συμβαίνει σε όλα τα κλασικά Νταλαροειδή, αναγνώριζε γιατί όλοι αυτοί δεν μπορούν ποτέ να χειραφετηθούν… Γιατί δεν χαίρονται τα ίδια αγαθά και τις παροχές της κοινωνίας. Είναι γιατί αυτός ήταν καλύτερος, ο εξυπνότερος, ικανότερος, με πλούσιο ταλέντο, εμφανώς σημαντικότερος, πιο σπάνιος και με πολύ πιο πολύ ενδιαφέρον. Το πνεύμα του ήταν λεπτότερο, ευγενέστερο, δεν ήταν το άγονο πνεύμα του μπακάλη ή του ισοπεδωτικά πρακτικού τεχνίτη, είχε ανώτερες αναζητήσεις, διέκρινε λεπτότερες αποχρώσεις. Και αυτό ήταν το πραγματικά δίκαιο τώρα, ας το παραδεχτούμε… Ευγνωμονούσε τη ζωή για αυτό και υποδείκνυε σε κάθε ευκαιρία με την πνευματικότητά του το πόσο δίκαιη είναι που ο ικανότερος πάντα προχωράει και τόνιζε το απαράλλακτο της κοινωνικής οργάνωσης και που υπάρχουν λόγοι που ποτέ η μάζα δεν μπορεί να έρθει στην εξουσία και ευτυχώς δηλαδή… το σκέφτεσαι; Έτσι ζούσε ο μικρός Π. και απολάμβανε τον ναρκισσισμό του πάνω σε οποιονδήποτε ήταν βολικός για καθρέφτης και ασελγώντας πάνω σε νεαρά αγύμναστα πνεύματα γοητεύοντας τα και συσκοτίζοντας με την λογοτεχνική του τσαχπινιά, με το εγκεφαλικό του χιούμορ και την λάμψη της κοινωνικής του καταξίωσης, την ψυχική του μικρότητα και την κραυγαλέα κατά τα άλλα δυσοσμία της «φτήνιας» που ανέδυε.

Τώρα οργίζονταν μπροστά στον υπάλληλο απαιτώντας αυτά που του αναλογούν, αυτά που δικαιωματικά τον ξεχωρίζουν από την μάζα και τους ανίδεους… Εξηγούσε ότι του οφείλουν να είναι με τους μεγάλους λογοτέχνες και τα φωτεινά πνεύματα, ότι οφείλει να τον βάλουν εκεί όπου το πνεύμα του θα ευδοκιμεί και όχι σε κανένα άχαρο και ανιαρό πόστο που δε θα μπορεί να απολαμβάνει την δημιουργικότητα της διάνοιάς του…

Χωρίς κανένα ίχνος έντασης στο βλέμμα του, ο υπάλληλος του έδωσε τελικά ένα κουπόνι λέγοντας του ότι μπορεί να περάσει στην μεγάλη αίθουσα των «ανήσυχων πνευμάτων» και να έχει την ευκαιρία μιας δίκαιης ακρόασης. Αν πάλι τον απέρριπταν είχε άλλη μια ευκαιρία να μεταφέρει το αίτημά του σε ακρόαση στον ίδιο το Θεό. Στην αίθουσα των «ανήσυχων πνευμάτων» υπήρχαν μεγάλοι λογοτέχνες, καλλιτέχνες και δημιουργοί, άνθρωποι που θυσίασαν και την ύπαρξή τους ολάκερη για να προχωρήσουν τη σκέψη παραπέρα, που φλέγονταν από υψηλό πυρετό όταν δημιουργούσαν, που ο ψυχισμός τους ξέσκιζε τα ιδεολογικά στεγανά της κοινωνίας όπου ζούσαν, που όταν δεν γινόταν αλλιώς έφτιαχναν από το αίμα και από την τρέλα τους εικόνες για να προλογίσουν ένα μέλλον φωτεινότερο και πιο ελεύθερο, να γεννήσουν φως μέσα στο σκοτάδι, να σπάσουν δεσμά. Οι αιώνια εξεγερμένοι που μας μαθαίνουν για τον εαυτό μας και για τον κόσμο και μας προχωράνε… Και ήταν πολλοί από αυτούς εκεί..

Παρόλο που το μεγάλο του ψώνιο και ο υπερτροφικός του ναρκισσισμός ήταν ο μοναδικός λόγος που τον έκανε να νιώθει άξιος να βρίσκεται ανάμεσά τους, βρήκε εύκολα την μεγάλη αίθουσα και αυτοί τον υποδέχτηκαν με φιλόξενη ευγένεια και φιλικό τόνο για την ακρόαση. Ήταν άλλωστε ανώτεροι άνθρωποι, πνεύματα που αγαπούσαν βαθιά τον άνθρωπο και έβλεπαν με επιείκεια ακόμη και τον πιο παραπλανημένο… Ήταν το ζεστό χαμόγελο του Μπέρτολτ Μπρέχτ* που του έδωσε την εκκίνηση να μιλήσει μπροστά σε όλους αυτούς τους θαυμαστούς δημιουργούς…

Δύσκολα κάποιος θα τον παράβγαινε στην επιχειρηματολογία και τη ρητορική θεωρούσε ο Π., και πραγματικά ήταν πολύ καλός στο να προσκηνοθετεί εντυπώσεις. Δεν ήταν τυχαίο αυτό, είχε διαβάσει πάρα πολύ, είχε αρκετά καλή μνήμη και είχε αποστηθίσει  βιβλιοθήκες ολάκερες. Αμέτρητο πλήθος από γνωμικά και τσιτάτα. Ποτέ δεν έβγαζε από το στόμα του μια άποψη αν πρώτα δεν τη στήριζε πάνω σε μια αυθεντία, σε έναν αναγνωρισμένο συγγραφέα, φιλόσοφο, σε ένα ιστορικό γεγονός, σε ένα αρχαίο γνωμικό κτλ. Για αυτό και ήταν ακαταμάχητος· εκεί που συγκρουόσουν με τις απόψεις του κατέληγες να συγκρούεσαι με τον Πλάτωνα και με τους φιλοσόφους ή με τους αρχαίους Ρωμαίους, να αμφισβητείς μεγάλους λογοτέχνες και επιστήμονες, να διαπράττεις ύβρη που μιλάς αλόγιστα ενώ δεν έχεις μελετήσει εκείνο ή το δείνα βιβλίο και να φαίνεσαι άσχετος από τέχνη, κινηματογράφο κτλ που δεν κάνεις την ίδια ανάγνωση στο θέμα όπως αυτός… μη του τρως άλλο το χρόνο, ρούφα τη βιβλιοσκόνη του και τζάσε… Επίκληση στην αυθεντία ήταν ο τομέας του, να μη πούμε και το middle name του, και απλά δεν τον παρέβγαινε κανείς σε αυτό το παιχνίδι.. και αυτά τα μεγάλα πνεύματα, εδώ που τα λέμε, λίγο μαλθακούς τους έβρισκε τώρα καθώς τους μιλούσε…

Μίλησε 50 λεπτά, αν και δεν ξέρουμε αν ο χρόνος στην afterlife μετριέται όπως και σε εμάς και ολοκλήρωσε θριαμβευτικά με ένα φοβερό παλιό γνωμικό, μια κωλοτούμπα κλάσης, ο λόγος του είχε μια μοναδική αισθητική αρτιότητα, ήταν περίτεχνος, ήταν απολαυστικός, είχε χιούμορ, σπιρτάδα και ευρηματικότητα και το κυριότερο: ένα μεγάλο μέρος από το πνεύμα της ανθρωπότητας συναινούσε με τον τρόπο που σκέφτονταν… Στις τάξεις των κριτών επικράτησαν ψίθυροι… Ξαφνικά ένας νευρικός κοντός ανθρωπάκος με κοκάλινα γυαλιά ανάβοντας βιαστικά ένα τσιγάρο προχώρησε προς το κέντρο… Εύκολα τον αναγνώριζε κανείς, ο Ζαν Πωλ Σαρτρ*, κρατούσε μια εφημερίδα και διάβασε αποσπάσματα από κάποιο άρθρο του Π… μόλις τελείωσε την ανάγνωση κράτησε το φύλλο με το δεξί του χέρι, χαμογέλασε και μετά από ένα ξεφύσημα καπνού γύρισε προς την ομήγυρη και μίλησε με ένταση και με ένα ελαφρό μειδίαμα:

«Είναι πραγματικά θλιβερό το πως φέρονται στο χαρτί αυτές τις μέρες στην Ελλάδα, δεν νομίζετε; Ευτυχώς υπάρχει ακόμη και η άλλη χρήση του· ίσως πιο ευγενική από ότι η ταπείνωση της εκτύπωσης πάνω του αυτού του εμετικού άρθρου του Π., του γελοίου μικρού μας καθεστωτικού σιχάματος» είπε, και με μια θεατρική κίνηση ο μικρόσωμος γοητευτικός αλλήθωρος άνδρας σκούπισε επιδεικτικά τον κώλο του (πάνω από το παντελόνι) με το τσαλακωμένο χαρτί του άρθρου της εφημερίδας…  «Ααάαχχχ γιατί καλές και οι λέξεις αλλά σαν το πραγματικό χέσιμο δεν έχει φίλοι μου…»  συμπλήρωσε…  (γέλια στην αίθουσα…)

-Α ρε Ζαν, είσαι τελικά μεγάλος κάγκουρας!…  του έκλεισε το μάτι επιδοκιμαστικά ο Καμύ χαμογελώντας…

morgan-freeman-god-%cf%81%ce%b7%cf%84%cf%8c

Advertisements