η ιστορία που δεν είχε γούστο

– ρε συ έχεις καταλάβει που σκατά βρίσκεται;  – ε στο περίπου, μη στενοχωριέσαι αν δε το βρίσκουμε θα τον πάρουμε τηλέφωνο (…) Α να το βενζινάδικο που μας έλεγε, απ’ ότι θυμάμαι είπε το προσπερνάς και στρίβεις αμέσως δεξιά.  – να εδώ είναι… ω ρε πούστη μου δε γουστάρω καθόλου, γαμώτο  – έλα ρε μη κάνεις έτσι, θα δούμε

Ένα τεράστιο, χοντροκέφαλο, κακάσχημο σκυλί μας γαβγίζει με όλη τη μοχθηρία που μπορεί να βγάλει σε ξένους, ακολουθεί την αριστερή ρόδα του αυτοκινήτου, ευτυχώς το μαζεύει γρήγορα ο ιδιοκτήτης του, το δένει με ένα σκοινί, αν λυθεί το σχοινί την βάψαμε, βγαίνουμε από το αμάξι με τον φίλο μου, τον Παντελή, ευτυχώς που είναι και αυτός και με βοηθάει. Μας χαιρετά ένας πενηντάρης κοιλαράς με ένα διστακτικό χαμόγελο και πονηρά μάτια, μας σκανάρει από την κορφή ως τα νύχια.

– γεια, θα πρέπει να είσαι η Χριστίνα  – ο Ηλίας έτσι;  (χειραψία).  – βρε πως μεγάλωσε η μικρή Χριστίνα, να δώσεις πολλά χαιρετίσματα στη μητέρα σου  -εννοείται θα δώσω, έχεις και τα δικά της, και αυτός είναι ο Παντελής  – γεια σου Παντελή, το βρήκατε εύκολα; Ωραία, λοιπόν ελάτε πρώτα μέσα να ξαποστάσετε λίγο, τι να κεράσω; ένα καφεδάκι, ένα κρύο χυμό; και μετά βλέπουμε και το θέμα μας. Αυτό το «βλέπουμε και το θέμα μας» είναι όλο το ζήτημα σκέφτομαι καθώς αρχίζουν να με προκαταλαμβάνουν αρνητικοί συνειρμοί.

Σε λιγάκι προχωράει μπροστά μερικά μέτρα, παίρνω την τσάντα από το αυτοκίνητο, κλείνω πόρτες. – Παντελή, ψιθυρίζω, έχει γούστο να κάτσουμε να ξεσκιστούμε στο μέτρημα και μετά να μας πει δε ξέρω αν θα το δηλώσω και τέτοια, δε θα το αντέξω γαμώτη μου έλεος έχω εξοντωθεί. Αυτός με κοιτά με ένα βλέμμα που φαίνεται να υπονοεί: δε μπορούμε να ξέρουμε ακόμη ή ας είμαστε αισιόδοξοι… 

Είναι ένας μακρινός ξάδερφος της μάνας μου αυτός ο Ηλίας, εμείς είμαστε αρχιτέκτονες, έχουμε έρθει εδώ στου διαόλου την μάνα για να δούμε το αυθαίρετο εξοχικό του που ενδιαφέρεται λέει να το νομιμοποιήσει (με αυτόν τον άθλιο ηλίθιο νόμο, τον 4014, που έβγαλε πρόχειρα η γελοία κυβέρνησή μας για να μαζέψει γρήγορα λεφτά, ευτυχώς κιόλας δε λες που -έτσι όπως είναι οι καιροί- υπάρχει και αυτή η μαλακία και επιβιώνουμε;) Είχαμε μιλήσει αρκετές φορές ήδη αλλά μόνο από το τηλέφωνο άντε να βγάλεις άκρη, το οικόπεδο είναι γενικά μεγάλο, με μια πρόχειρη ματιά προβλέπω ότι έχει κάνει της παναγιάς τα μάτια από παραβάσεις, η γνώριμη λαϊκή ελληνική άγουστη κιτσαριά και η καβατζοκλεψιά σε όλο της το μεγαλείο. Το στοιχειώδες γούστο και η αισθητική είναι μάλλον από άλλο πλανήτη για αυτούς του ανθρώπους σκέφτομαι. (Γουστάρετε να δείτε κομψές αυθαιρεσίες; δείτε άλλα αριστουργήματα εδώ*)

afthereto-1

Ούτε τετραγωνικά ούτε σχέδια. «Είναι τόσο περίπου, μετά κτίστηκε και αυτό, πέρσι έκανα και αυτό το στέγαστρο, αυτό θα το βάλουμε; ας μη το βάλουμε καλύτερα, αυτό δεν είναι τίποτε, ελπίζω να μη βγούνε και πάρα πολλά, μπορείς να υπολογίσεις χοντρικά; αν και μάλλον θα το κάνω όπως και να χει, ο γείτονας το έκανε και μου είπε περίπου μια τιμή πόσο είναι το πρόστιμο, βέβαια αυτουνού είναι πολύ μικρότερο». Η πλήρης αποτύπωση οπότε μονόδρομος, έλα να τελειώνουμε λέω στον Παντελή, βγάζω χαρτί, μολυβάκι και το λέιζερ μέτρο μου και ο Παντελής έχει ένα. – λοιπόν πιάνεις από εκεί και κάνεις αυτό το κομμάτι και πιάνω εγώ από δω, εντάξει; στο περίπου ε; μη το πολυψειρίζεις.

Α στο καλό, δεν μου κάνει καθόλου γούστο αυτή η κατάσταση σκέφτομαι, που να ξέραμε στη σχολή τι μας περιμένει, κι άλλο χώρο έχει κάνει και από δω; ω ρε γαμώτο δε θα τελειώσουμε ποτέ, μα τι έχει κάνει πια το λαμόγιο; μετά από ώρα, σχεδόν τρεις αιώνες αργότερα, τελειώνουμε επιτέλους  -λοιπόν παιδιά μπορείτε να μου κάνετε μια πρόχειρη εκτίμηση, στο χοντρικά. Αυτό το στα χοντρικά πως γίνεται και το γουστάρουν πια όλοι οι πελάτες, προφανώς δεν έχει καμία αίσθηση του πόσο χρειάζεται για να υπάρχει μια ακριβής, ασφαλής τιμή και ότι για αυτό θα έπρεπε να γίνουν πρώτα τα σχέδια.

– λοιπόν άσε Χριστίνα θα το κάνω εγώ, τα δωμάτια είναι σχεδόν ορθογώνια οπότε θα τα βγάλουμε στο περίπου εύκολα, λοιπόν έχουμε και λέμε, τόσο επί τόσο είναι η κουζίνα και τόσο επί τόσο… είναι αρκετά παραπάνω τα τετραγωνικά Ηλία από ότι λέγαμε, κάτσε να σου κάνω και υπολογισμό το πρόστιμο, λοιπόν βγαίνει τόσα χιλιάρικα, ε τόσα βγαίνουν τι να κάνουμε; Την έχω ξαναζήσει πόσες φορές αυτή την κατάσταση, πάντα η ίδια, και δε τη γουστάρω καθόλου…

– μπα μάλλον όπως το βλέπω δε θα το κάνω μου φαίνεται, άμα σας χρειαστώ βέβαια για κάτι θα μιλήσουμε, ε λοιπόν τα λέμε αν είναι, ξέρετε τώρα πως θα βγείτε στον κεντρικό;

Και είναι η στιγμή που έχω φτάσει και ξεπεράσει κατά πολύ το σημείο βρασμού, τα λαμπάκια μου έχουν ανάψει κόκκινο και αν δε μιλήσω θα με πάρουν τα κλάματα από τα νεύρα, ο Παντελής με κοιτάζει με μια αγωνία κάνοντας νόημα με τα μάτια του: μη!, μη!, μη!.. πάντα αυτό το παιδί ντροπή εκεί που δεν χρειάζεται ρε γαμώτο.

– άκουσε Ηλία, ήρθαμε ως του διαόλου τον κώλο, καθίσαμε τόσες ώρες και σκιστήκαμε να το αποτυπώσουμε, και εντάξει δε ζητάμε αμοιβή για αυτό, αλλά δε θεωρείς ότι θα πρέπει να μας καλύψεις έστω τις βενζίνες, είναι και πήγαινε και έλα ξέρεις, το αυτοκίνητο δεν κινείται με αέρα, δυστυχώς θέλει βενζίνη και η βενζίνη κοστίζει, και δεν την παλεύω καθόλου οικονομικά, μάλλον θα το ξέρεις για αυτό δε μπορώ να το αφήσω στο «δε πειράζει μωρέ», πραγματικά πειράζει και πολύ μάλιστα…

Έχει γούστο να μη τα δώσει το αρχίδι σκέφτομαι, τα επόμενα λεπτά ακούω τις πίπες που έχει να μου πει, κήρυγμα σαν πιο μεγάλος και έμπειρος για τα ρίσκα και τις απώλειες που έχουν όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες, που είναι και αυτός άλλωστε, και έτσι γίνεται, όλοι οι μηχανικοί τζάμπα το κάνουν, ότι βγήκα πρόσφατα στη δουλειά και δε τα πολυξέρω και ένας γνωστός που ήρθε ένας μηχανικός και κτλ κτλ… δε ξέρω αν θα πρέπει να νιώσω θυμό ή οίκτο για αυτόν τον γελοίο που κάθεται και αραδιάζει τόση ώρα μαλακίες για να γλιτώσει ένα αστείο ποσό για αυτόν, αντί να δείξει μια στοιχειώδης αξιοπρέπεια. Αυτή η κατάσταση σκέφτομαι δεν έχει πραγματικά κανένα γούστο… Ω θεοί! όπως λένε και στις αρχαίες τραγωδίες…

Μπαίνω στο αμάξι, γαμησέ το, άντε πάμε, ταπεινωμένη, τσατισμένη, εξοντωμένη από την κούραση, σωματική αλλά κυρίως ψυχολογική, βάζω μπρος, ξεκινάω. Το σκυλί που ήταν ήσυχο ως τώρα ξεκινάει το ίδιο τροπάριο, μάλλον ξαναγίναμε πάλι ξένοι, ξαφνικά λύνεται από το σχοινί και έρχεται σαν ηλίθιο να γαβγίσει τη ρόδα, να και μια λακούβα, η τέλεια ευκαιρία, το αμάξι έτσι κι αλλιώς κουνιέται όλη την ώρα πάνω κάτω από τις λακούβες, κανείς δε θα πιάσει το εσκεμμένο του πράγματος, λίγο πιο αριστερά το τιμόνι με μαεστρία, ακούω το χτύπημα του σκυλιού πάνω στο αμάξι, μαλακό αλλά σίγουρα πόνεσε, καϊιι κάϊιί, ω ναι πόνεσε, σχεδόν ηδονίζομαι από την καφρίλα και ένα ήρεμο χαμόγελο γεμάτο ευχαρίστηση σχηματίζεται στα χείλη μου, πάρτα μαλακισμένο!… οκ ξέρω τι θα έλεγαν βέβαια οι φιλόζωοι, αλλά για εμένα ομολογώ και χωρίς καμία τύψη ότι ήταν η μόνη στιγμή εκείνης της σκατοημέρας που πραγματικά…                                                                                                                                                                             αποδέχομαι ότι είχε ένα κάποιο γούστο…

Advertisements