τα φρικτά γενέθλια της Νόρας Λοΐδου

…να ζήσεις Νόρα και χρόνια πολλά, μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά, παντού να σκορπίζεις της γνώσης το φως (ή τις γνώσεις, το φως) και όλοι να λένε να μια σοφή! μετά  χειροκροτήματα, το γνωστό τελετουργικό, έλεος, ευτυχώς υπάρχει γλυκάκι μετά για να αποζημιωθείς τουλάχιστον από τις βλακώδεις αυτές εκπλήξεις των φίλων, λες και δε κατάλαβα από το πρώτο λεπτό ότι ετοίμαζαν έκπληξη, αλλά να καταπιέστηκα να δείξω χαρούμενη, χαμογελαστή και ευχάριστα ξαφνιασμένη, «αχ τι καλά». Και τι βλαμμένο σπαστικό τραγούδι αυτό των γενεθλίων, αναρωτιέμαι πόσα δισεκατομμύρια φορές να έχει τραγουδηθεί, σε πόσες δισεκατομμύρια διαφορετικές ζωές ανθρώπων, ή μήπως σε παρόμοιες, απελπιστικά ίδιες και τραγικά πανομοιότυπες ζωές; και από ευρηματικότητα άσε, πιο στερεότυπο δε θα μπορούσε να υπάρχει, τρελά γλέντια… τι έγινε κοπελιά; κλασική κατάσταση υπαρξιακής κρίσης στα γενέθλια;

ως πέρασες στα γενέθλιά σου; το γιόρτασες;χι, ένιωθα ότι μεγαλώνω, ότι δεν έχω πετύχει τίποτε αξιόλογο στην ζωή μου, ότι η ύπαρξή μου δεν έχει και πολύ σημασία για σχεδόν κανέναν, ότι είμαι μόνη και ότι αν πέθαινα (να ησυχάσω από αυτή την μάταιη γκρίζα ζωή) δε θα με πείραζε καθόλου. Σε κάλυψε η απάντηση; φαντασιώνομαι να λέω στο βλήμα, που με ρώτησε, και μετά να απολαμβάνω την κατάρρευση της σκηνοθετημένης ψευτοευθυμίας στα ξαφνιασμένα του μάτια… για λίγο σοβαρή και μετά –έλα πλάκα κάνω, θα γελούσα, –ή μήπως όχι, θα άφηνα να αιωρείται… εντάξει ομολογώ ότι στα γενέθλιά μου δε περνάω και την καλύτερη φάση, για να είμαι ειλικρινής περνάω απαίσια και είμαι πάντα σαν στριμμένο άντερο, ιδίως προχθές που έκλεισα τα 29 και μπήκα στα 30, μπήκα στα –άντα, παλιότερα αυτές οι ηλικίες μου φαίνονταν αστρονομικά μακριά και τώρα στα 30!, ακούγεται σχεδόν αφύσικο, 30 χρονών, μια κατηφόρα από εδώ και κάτω…

Ε είναι και που είμαι και μόνη, single (πιο χαριτωμένη λέξη από το μπακούρι), τουλάχιστον αν είχα ένα γκόμενο θα αποζητούσα μια αγκαλιά, θα ξεχνιόμουν, θα χαλάρωνα και θα αποκοιμιόμουν… θα ξόρκιζα λίγο την κατάθλιψη της άσκοπης ανθρώπινης ύπαρξης που εκδηλώνεται με αφορμή τα γενέθλια. Και λοιπόν, τι να κάνεις; μάλλον υπομονή και να μη πέσεις σε πανικό, όχι σίγουρα όχι σε πανικό, και αυτό το ζαβό που μου αρέσει τελευταία, ούτε ένα τηλέφωνο, και είμαι ωραία γκόμενα ρε γαμώτο, να προχθές κάποιος μου είπε ότι είμαι πολύ χαριτωμένη και γλυκιά. Μήπως το παρακάνω με τη μαυρίλα; καλύτερα να προσπαθήσω να συνέλθω λιγάκι, να η παρέα που είμαι αυτή την ώρα μαζί, αυτή που μου έκανε την έκπληξη, δεν είναι και κακή, νιώθω άνετα με αυτά τα παιδιά και είναι καλή φάση. Είναι από την ορχήστρα που παίζω, εγώ παίζω βιολί, δεν είμαι και καμία βιρτουόζος βέβαια αλλά κατάφερα να μπω σε μια καλή ορχήστρα μετά από άπειρες πρόβες και προσπάθειες, είμαστε 5 άτομα από εκεί, η ορχήστρα έχει πολλούς μουσικούς, εμείς όμως οι 5 ταιριάξαμε να βγαίνουμε που και που, είμαστε 3 γυναίκες και 2 άνδρες, πάνω κάτω στην ηλικία μου, στην ηλικία μου που ακόμα δε το έχω χωνέψει, 30 χρονών για άκου…

Υπάρχει και ένα παλικάρι στην παρέα που άσχημο δεν τον λες, δείχνει να με συμπαθεί κιόλας, εγώ όμως σήμερα είμαι εντελώς Μεγάλη Παρασκευή, σκέτη κηδεία, σχεδόν ντρέπομαι για αυτό, γρήγορα θα βαρεθεί και θα ξενερώσει, αν βέβαια όντως με γουστάρει καθόλου … με αυτό το παλικάρι, τον Θωμά, που λέτε, καθόμαστε δίπλα στην ορχήστρα, κάναμε δύο μήνες μέχρι να νιώσουμε κάπως άνετα, στην αρχή ήμασταν αμήχανοι σαν άγνωστοι σε ανελκυστήρα, ε κάποια στιγμή έκατσε να βγούμε για μπύρες με μια παρέα, και ήταν ωραία. Μαζί μοιραζόμαστε ένα αναλόγιο με τις παρτιτούρες του κομματιού, και οι σελίδες αλλάζουν μια από τον ένα μια από τον άλλο.

Αύριο έχουμε παράσταση, επίσημη πρεμιέρα, και σήμερα βγήκαμε μετά την πρόβα. Δε λες καλά που υπάρχουν και αυτοί; φαντάζομαι τον εαυτό μου να προσπαθώ να μαζέψω κόσμο για τα γενέθλιά μου και να μην έρχεται κανένας, να μένω σπίτι μόνη, να καταναλώνω με βουλιμία ένα κουβά παγωτό σοκολάτα και να βλέπω ηλιθιότητες στην τηλεόραση. Σε λίγο το μαγαζί αρχίζει να γεμίζει και παίζει πλέον πιο ζωντανή, χαρούμενη και χαβαλέ μουσική, τα σώματα αρχίζουν να κουνιούνται, εγώ δύσκολα χορεύω, γενικά δε το έχω και πολύ με την κίνηση του σώματος, είμαι λίγο μονοκόμματη, ο Θωμάς και οι άλλοι έχουν ωραία κίνηση αλλά κάνουν όλο την ώρα καραγκιοζιλίκια, και η αλήθεια είναι ότι έχουν πολύ πλάκα. Με τραβούν με το ζόρι, στην αρχή νιώθω σαν να με πετάξανε στην θάλασσα, μετά απολαμβάνω το νερό και αρχίζω σιγά σιγά το κολύμπι, ωραίο πράγμα ο χορός σε κάνει να νιώθεις μια ελευθερία. Όταν αφήνεις τον εαυτό σου ελεύθερο και χορεύεις περισσότερο για εσένα παρά για τα μάτια των άλλων, και δεν σε νοιάζει να κερδίσεις τις εντυπώσεις για τις υπέροχες χορευτικές σου ικανότητες τότε θεωρώ διασκεδάζεις. Ε και μετά υπάρχουν δύο κατηγορίες, εκείνοι που ρίχνουν ματιές και χαμογελούν, και συχνά κάνουν ό,τι σαχλή φιγούρα τους έρθει για να προκαλέσουν το χαμόγελο και να παίξουν με τους άλλους, αλλά και εκείνοι που κοιτούν πάντα αλλού, σπάνια στα μάτια, αφηρημένο βλέμμα, μειωμένη διάθεση για επικοινωνία και γενναία προσπάθεια να δείχνουν cool. Μακάρι να άνηκα στην πρώτη κατηγορία αλλά, το γαμώτο είναι ότι ανήκω μάλλον στην δεύτερη…

Σκέψεις «τι ώρα να είναι;» και «κανένας δε με θυμάται στα γενέθλιά μου» μου ξαναέρχονται, οπότε και τσεκάρω το κινητό μου, για στάσου, να ένα μήνυμα, ωχ είναι από αυτόν που γουστάρω, είναι ξενέρωτο, άχρωμο και κρύο, αν ήταν να το στείλεις μόνο από υποχρέωση να μη το έστελνες καθόλου, παπάρα… ακολουθούν τα μικροδευτερόλεπτα από όπου η ψυχική ένταση διοχετεύεται αστραπιαία σε ένα από τα δύο κανάλια: στη μελαγχολία ή στην πολεμική, ευτυχώς επικρατεί η σκέψη που προκρίνει τη δεύτερη στάση και στο επόμενο τραγούδι χορεύω με το Θωμά ο οποίος με το βλέμμα του φαίνεται σαν να καταλαβαίνει τα πάντα, με πιάνει κάποια στιγμή και από την μέση, αποτραβιέμαι και αραιώνω, ίσως και να είναι λάθος αλλά δε μπορώ να αισθανθώ και πολύ άνετα ακόμη…

Ευτυχώς ξέρω τι θα φορέσω σήμερα για την συναυλία, έχουμε συνεννοηθεί άλλωστε με την ορχήστρα, δε βάζει ο καθένας ό,τι γουστάρει, φτάνω από νωρίς με μια νευρικότητα, είναι πρεμιέρα, πίσω στα παρασκήνια πηγαδάκια με συμπάθειες, αντιπάθειες, πόσο κουραστικό… μα που είναι ο Θωμάς; Έρχεται λαχανιασμένος και όταν με βρίσκει με το βλέμμα του μου χαμογελά, το χαμόγελο αυτού του παιδιού μου βγάζει μια ασφάλεια, είναι ήρεμη δύναμη. –λοιπόν, πανέτοιμη; θα καταπλήξουμε; -ναι, ξέρω ‘γω. Σε λίγο πέφτει το σύνθημα, το θέατρο γεμάτο, βγαίνουμε στην σκηνή, οι παρτιτούρες στην θέση τους, βρίσκουμε την θέση μας (μπορούμε μέχρι και στο απόλυτο σκοτάδι που λέει ο λόγος..). Ο Θωμάς κανονίζει πάντα από πριν για τις νότες, κοιτάζουμε από τις δικές του παρτιτούρες. Στην αρχή το πρόγραμμα είναι ομολογώ λίγο βαρετό και κάπως πλαδαρό, στο δεύτερο μέρος ζωηρεύει λίγο, στην ουσία όμως όλο το πρόγραμμα στηρίζεται στο τρίτο και τελευταίο μέρος, η ώρα περνάει χωρίς να την καταλαβαίνω και τελικά φτάνουμε στο τελευταίο κομμάτι, το πιο ωραίο. Έχει γραφτεί την εποχή του ρομαντισμού και τα κουτσομπολιά των ιστορικών λένε ότι ο νεαρός ταλαντούχος συνθέτης του, που πέθανε σε μικρή ηλικία, έγραψε το κομμάτι εμπνευσμένος από μια κοπέλα που προφανώς είχε ερωτευτεί βαθιά. Πόσο τυχερή. Άραγε αισθάνθηκε την ορμή και το πάθος του; Ανατρίχιαζε από την παλλόμενη δύναμη της μουσικής του; Για πολλούς η ομορφότερη σύνθεσή του. Μια συννεφιά περνάει από το βλέμμα μου (είμαι ακόμη υπό την επήρεια των γενεθλίων άλλωστε) καθώς μου περνάει η σκέψη ότι για εμένα δεν έχει γραφτεί ούτε στίχος, ούτε καν sms με ρίμα στο κινητό…

Τελειώνει το δεύτερο μέρος, δυνατό χειροκρότημα, ακούω τον Θωμά να αναστενάζει βαθιά πριν αλλάξει την σελίδα, ξεκινάει το τελευταίο κομμάτι, το πιο αισθαντικό, αιθέριο και μελαγχολικά ερωτικό, διαυγές και κρυστάλλινο, αυτό μας έλλειπε σκέφτομαι, αν δεν έπαιζα βιολί μάλλον θα με έπαιρναν τα κλάματα έτσι που είμαι… σύνθημα από μαέστρο, φύγαμε… ωπ τι είναι αυτό; ένα μικρό ζωγραφισμένο κόκκινο τριαντάφυλλο δίπλα στις νότες και από κάτω Χρόνια Πολλά Νόρα! Αχ τι γλύκας, τον κοιτώ αλλά αυτός κοιτάζει τις νότες μπροστά, φαίνεται όμως να αχνοχαμογελά, αλλάζει τη σελίδα, αχ μια καρδούλα και μετά αποσιωπητικά, τι θέλει να μου πει; Στις επόμενες σελίδες μια φατσούλα με χαμόγελο, κάποιο καραβάκι, ένα ηλιοβασίλεμα. Μπαίνουμε στο κυρίως μέρος που επαναλαμβάνεται και κορυφώνεται, σε αυτό το μέρος πάντως εμείς τα βιολιά δεν παίζουμε και κάτι τραγικά δύσκολο, γενικά τα έχουμε προβάρει και τρία εκατομμύρια φορές, νομίζω ότι έχουμε την ευχέρεια να παίζουμε τις νότες ασυναίσθητα. Τι είναι αυτό όμως; πάνω από τις νότες διαπιστώνω ότι έχει συλλαβές, ερωτικά στιχάκια, ο Θωμάς έχει γράψει μια συλλαβή πάνω από σχεδόν κάθε νότα, τα γράμματα του είναι καθαρά και ευανάγνωστα, με μια παιδικότητα. Διαβάζω στο ρυθμό με τις νότες: είναι δικά του λόγια γιατί αναφέρεται σε κοινές καταστάσεις, σε μένα, σε εμάς, σε στιγμές, αυτά που γράφει ακολουθούν σε ψυχική ένταση τις νότες και τις εξάρσεις του κομματιού που παίζουμε, σε μια ήρεμη ατμόσφαιρα εκφράζει το μέρος της προπαρασκευής των ερωτικών του συναισθημάτων, ακολουθεί στα φόρτε ο εσωτερικός αγώνας και η κατάκτηση του από την άγρια γοητεία, την γοητεία την δική μου, ο λόγος του με συγκλονίζει, μόνο που έχει γραφτεί αυτή η ποίηση για εμένα με κάνει να δονούμαι, σιγά σιγά ο λόγος του γίνεται πιο λιτός, σαν προφορικός σαν να μου ψιθυρίζει ήρεμα στο αυτί λόγια, σαν να με χαϊδεύει με τρυφερότητα, τον κοιτώ με ευγνωμοσύνη και επιβράβευση, σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ -σαν να του φωνάζω- μου χαμογελά στα πεταχτά, του χαμογελώ και μου κλείνει το μάτι, σχεδόν πάω να δακρύσω, εκεί σε μια απλή χειρονομία ξεπετάγεται η δική μας ρομαντική ιστορία… το κομμάτι οδεύει προς το μεγάλο φινάλε…

Version Ending 1

Στις τελευταίες γραμμές περιγράφει την εμπειρία του πρώτου μας φιλιού, λίγες νότες ακόμη, το κομμάτι κλείνει, σκύβω προς το μέρος του κλεφτά μέσα στο χειροκρότημα με λαχτάρα, με δίψα βρέφους για μητρικό γάλα, ένα σύντομο υγρό φιλί, μια στιγμή κλεμμένη από τον παράδεισο… η ομορφότερη στιγμή της ζωής μου, η καρδιά μου πεταρίζει, φτερουγίζουν πουλιά μέσα στο στήθος… όσοι το έχουν ζήσει καταλαβαίνουν, είναι πραγματικά υπέροχα, μαγικά… αχ…

ΥΓ: Αργότερα έμαθα ότι είχε ρίξει και άλλες γκόμενες με τέτοιες μπαρούφες, ποιος νοιάζεται έλεγα τον  πρώτο καιρό  αφού  τον  γούσταρα  φουλ,  μετά όμως που άρχισε να μου την σπάει, που πατούσε την οδοντόκρεμα από την μέση, που άφηνε νερά με τις παντόφλες του μετά το ντουζ, που μασουλούσε με τόσο θόρυβο, που ροχάλιζε σαν το ποταμόπλοιο, που τις αμολούσε και έκανε τον ανήξερο, που αν καθίσω να πω τα αμέτρητα ελαττώματά του άσε βραδιάσαμε, αναρωτιόμουν και  έλεγα στον εαυτό μου μα πως την πάτησα έτσι; πως την πάτησα έτσι; Ως εδώ είπα κάποια στιγμή, το πήρα απόφαση, τον σούταρα, τον έστειλα πίσω στην μαμάκα του, τον ποιητή της δεκάρας…

Version Ending 2

Μα πόσο όμορφα με κάνει να νιώσω, μια Ιουλιέτα, μια Ιζόλδη, μια γυναίκα σε έναν μοιραίο θρυλικό έρωτα, ένα πλάσμα που γεννά μνημειώδεις εντάσεις, πλασμένη για τον έρωτα, για τον πόθο, οι λέξεις του σαν βέλη τρυπάνε την πανοπλία μου, έχω παραδοθεί, καμία άμυνα, είμαι πλέον δική του…

Και μετά γυρίζει το φύλο, ωχ τι είναι αυτά; δεν πιστεύω στα μάτια μου, μα πως του ήρθε αυτό; έλεος ρε συ που κολλάει αυτό σε έναν ρομαντικό άνθρωπο; σε ένα ποιητή; πραγματικά εντελώς αντιφατικό: στην αντικριστή σελίδα σκιτσάκια από ερωτικές στάσεις… Εντελώς βλήμα το άτομο; Τον κοιτάζω τώρα όσο πιο αυστηρά μπορώ, μου κλείνει πρόστυχα το μάτι χαμογελώντας, Α τον παπάρα, τον καραγκιόζη, τον καυλιάρη, τον σάτυρο, τον προστυχάντζα, έλεος, θέλει και να πηδήξει κιόλας, ο μαλάκας.. έχεις δει κανέναν να ρίχνει σοβαρή γκόμενα έτσι; τι είναι όλα αυτά; μια ηλίθια, άρρωστη φάρσα; και με είχες κάνει να νιώσω τόσο όμορφα με τους στίχους σου, είχα ψηθεί αλλά τώρα… τώρα…  ετοιμάσου να πάρεις το μπούλο

musical-notation-sex-positions

Advertisements